Υγεία

Ζεστό μπάνιο: Η συμβολή του στη διαχείριση του διαβήτη

Κορωνοϊός: Άλλοι οκτώ νεκροί και 303 νέα κρούσματα

Μελέτες έχουν δείξει ότι οι θεραπείες που βασίζονται στη χρήση θερμότητας, όπως η σάουνα και το υδρομασάζ, βελτιώνουν τον έλεγχο του σακχάρου στο αίμα και το ποσοστό σωματικού λίπους, κάτι που θα μπορούσε να αποτελέσει ένα θεραπευτικό εργαλείο στην καθημερινότητα ασθενών με διαβήτη τύπου 2.

Σύμφωνα με νέα επιστημονική έρευνα με επικεφαλής τον Δρα Hisayuki Katsuyama του νοσοκομείου Kohnodai στην Ιαπωνία, η οποία παρουσιάστηκε στο διαδικτυακό συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας για τη Μελέτη του Διαβήτη (EASD), η έκθεση στη θερμότητα μέσω ενός ζεστού μπάνιου βοηθά στον έλεγχο του διαβήτη τύπου 2, συμπεριλαμβανομένης της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c), η τιμή της οποίας αποτελεί δείκτη ελέγχου της γλυκόζης στο αίμα των πασχόντων.

Οι ερευνητές μελέτησαν τη συσχέτιση μεταξύ της συχνότητας του ζεστού μπάνιου (στην Ιαπωνία οι περισσότερες κατοικίες διαθέτουν μπανιέρα-υδρομασάζ) και των ανθρωπομετρικών μετρήσεων και τον αιματολογικών εξετάσεων 1.297 πασχόντων από διαβήτη που επισκέπτονταν τακτικά τα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου Kohnodai μεταξύ Οκτωβρίου 2018 και Μαρτίου 2019.

Οι ασθενείς χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες ανάλογα με το πόσο συχνά έκαναν ζεστό μπάνιο: τέσσερα ή περισσότερα την εβδομάδα, μεταξύ ενός και τεσσάρων και λιγότερο από ένα.

Κατόπιν στατιστικής ανάλυσης προέκυψε ότι η η μέση συχνότητα ήταν 4,2 φορές την εβδομάδα και η μέση διάρκεια του μπάνιου 16 λεπτά. Η αυξημένη συχνότητα ζεστού μπάνιου συσχετίστηκε με μειωμένο σωματικό βάρος, δείκτη μάζας σώματος, περίμετρο μέσης, διαστολική αρτηριακή πίεση και γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη. 

Περαιτέρω ανάλυση έδειξε ότι η συχνότητα του μπάνιου αποτελούσε καθοριστικό παράγοντα της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης έπειτα από προσαρμογή των δεδομένων με βάση την ηλικία, το φύλο, τον δείκτη μάζας σώματος, τη λήψη ινσουλίνης και τα φάρμακα, με σημαντικές διαφορές μεταξύ των ομάδων. Η πρώτη ομάδα (με τη μεγαλύτερη συχνότητα ζεστού μπάνιου) είχε μέση τιμή γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης 7,10%, η δεύτερη ομάδα 7,20% και η τρίτη ομάδα 7,36%.