Κοινωνία Κρήτη

Υποθέσεις ασέλγειας: «Καταρρέει ο μύθος της αγίας ελληνικής οικογένειας»

"Για δική μου χρήση η ηρωίνη" υποστηρίζει ο γιατρός - Την Παρασκευή απολογείται ο ναρκέμπορος

1 στα 5 παιδιά, από 0 έως 18 ετών, στην Ευρώπη πέφτει θύμα κάποιας μορφής σεξουαλικής βίας

Οι πολλές υποθέσεις ασέλγειας εις βάρος ανήλικων παιδιών που βλέπουν τις τελευταίες ημέρες το φως της δημοσιότητας προκαλούν ανατριχίλα. Μόλις τα φώτα της δημοσιότητας σβήσουν, είναι λίγοι εκείνοι που θα θυμούνται αυτή τη πικρή γεύση που αφήνουν πίσω τους αυτά τα περιστατικά.

Αναρωτιόμαστε δημοσίως και ιδιωτικά – μεταξύ άλλων – αν έχουν αυξηθεί τα φαινόμενα κακοποίησης σε βάρος παιδιών. Η απάντηση είναι ότι δεν υπάρχουν ξεκάθαρα στοιχεία τα οποία να επιβεβαιώνουν την αύξησή τους. «Η ενδοοικογενειακή βία είναι βαθύ σκοτάδι. Είναι αφανής και σκοτεινός αριθμός εγκληματικότητας» τόνισε μιλώντας στον ΣΚΑΙ Κρήτης 92,1 η ψυχολόγος Μαρία Παναγιωτάκη, και εξηγεί ότι αυτό που έχει αλλάξει είναι ότι «στην εποχή μας τέτοιες υποθέσεις ανακοινώνονται και βγαίνουν στην δημοσιότητα πιο εύκολα. Είναι μια εικασία ότι έχουν αυξηθεί τα φαινόμενα, πιθανόν να είναι έτσι αλλά δεν μπορούμε να το πούμε με σιγουριά, δεν έχουμε καμία τεκμηριωμένη έρευνα γι αυτό» προσθέτει.

Καταρρέουν μύθοι

Σύμφωνα με την κα. Παναγιωτάκη τα περιστατικά ασέλγειας καταρρίπτουν μύθους, όπως αυτόν της «αγίας ελληνικής οικογένειας». Και αυτό γιατί «οι δράστες προέρχονται από το στενό οικογενειακό περιβάλλον. Δεν θέλουμε να αγγίζουμε την ελληνική οικογένεια θεωρώντας ότι είναι άφθαρτη και ιερή. Δεν είναι καθόλου έτσι. Ο δράστης δεν είναι ο άνθρωπος που θα πλησιάσει ένα παιδί έξω από το σχολείο προσφέροντας του καραμέλες – όπως μας έλεγαν παλιά οι μαμάδες μας. Είναι ο έμπιστος άνθρωπος που θα χτίσει μια σχέση ψυχικής σύνδεσης με το παιδί, θα το εγκλωβίσει μέσα σε αυτή και θα το εκμεταλλευτεί».

Ένας δεύτερος μύθος που καταρρέει είναι αυτός που λέει ότι τα παιδιά είναι αναξιόπιστα, λένε ψέματα και φαντάζονται πράγματα. «Δε είναι καθόλου έτσι και αυτό το αποδεικνύουν τόσο οι έρευνες όσο και η καθημερινή πρακτική που ασχολούνται με το αντικείμενο». Οι γονείς, τονίζει η κα. Παναγιωτάκη, πρέπει να «ακούμε τα παιδιά μας. Να μην προσπερνάμε ή διαγράφουμε κάτι γιατί δεν ταιριάζει με αυτό που έχουμε στο μυαλό μας ή μας φέρνουν μπροστά σε μια δυσάρεστη κατάσταση». Και αν το παιδί δεν μιλάει; «Τα παιδιά έχουν έμμεσους τρόπους να μιλάνε» απαντά και «είναι πολλές οι ενδείξεις συμπεριφοράς που στέλνουν μηνύματα. Μια πτώση σχολικής επίδοσης, μοναξιά, μελαγχολία, θυμός, επιθετικότητα, σεξουαλίζουσα συμπεριφορά».

Δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε τους δράστες

Υπάρχουν σημάδια; Μπορούμε να τα δούμε; Όχι, (δυστυχώς) είναι η απάντηση. «Αν ήταν να φοράει μια ταμπέλα στο μέτωπο ένας παιδόφιλος θα ήταν όλα πολύ εύκολα. Αλλά είναι ο άνθρωπος που δεν το βάζει το μυαλό μας. Δεν μπορούμε να το φανταστούμε. Πολλές φορές τους εμπιστευόμαστε τα παιδιά μας , ότι θα τα φροντίζει, θα τα προσέχει, είναι υπεράνω πάσης υποψίας. Είναι άνθρωποι που φροντίζουν να είναι κοντά στο παιδί, δημιουργούν περιβάλλον εμπιστοσύνης, την περνάνε ως φυσιολογική, δημιουργώντας έτσι μια συναισθηματική αιχμαλωσία». Όπως προσθέτει η κα. Παναγιωτάκη, ο δράστης είναι πολύ πιθανό να έχει βιώσει σεξουαλική βία στη δική του ζωή, χωρίς ωστόσο αυτό να είναι και απαραίτητο.

Η πρόληψη είναι πιο σημαντική από την αντιμετώπιση

Που καταλήγουμε λοιπόν; Πως μπορούμε να «θωρακίσουμε» τα παιδιά μας; «Ο μόνος τρόπος είναι να έχουμε ανοιχτή σχέση με το παιδί μας. Το πιο σημαντικό απ όλα είναι η πρόληψη. Να βάλουμε τα θέματα της σεξουαλικής αγωγής στην οικογένεια και το σχολείο» απαντά η κα. Παναγιωτάκη υπενθυμίζοντας την καμπάνια του Συμβουλίου της Ευρώπης «1 στα 5» – που σημαίνει ότι 1 στα 5 παιδιά από 0 έως 18 ετών σε κάποια στιγμή της ζωής του θα θυματοποιηθεί σεξουαλικά.«Είναι ένα τραγικό ποσοστό και πρέπει να μας θορυβήσει».

Προσθέτει πάντως ότι γίνονται προσπάθειες για την σεξουαλική διαπαιδαγώγηση των παιδιών στα σχολεία αλλά είναι αποσπασματικές, και αυτό γιατί «έχουμε ακόμα θέματα ως κοινωνία που δυσκολευόμαστε να τα διαχειριστούμε».

«Ό,τι γίνεται δεν είναι μέσα σε ένα πλαίσιο μιας ενιαίας στρατηγικής πολιτικής από το Υπουργείο Παιδείας. Έχει και αυτό τις δικές του αγκυλώσεις γιατί υπάρχουν και άλλες αντιλήψεις λόγω προσωπικών προκαταλήψεων ή θρησκευτικών πεποιθήσεων, που λένε ότι αυτά τα θέματα δεν πρέπει να συζητούνται”.

Στην οικογένεια, πάντως, λέει η κα. Παναγιωτάκη η ηλικία των 4-5 ετών είναι κατάλληλη να ξεκινήσει μια κουβέντα για την προστασία της ιδιωτικότητας και το «ανεπιθύμητο άγγιγμα». «Όσο πιο μικρό είναι το παιδί τόσο το καλύτερο. Η δυσκολία και η αμηχανία των γονιών είναι το θέμα, οφείλουμε να την ξεπεράσουμε”.