Ελληνική Οικονομία Επικαιρότητα

Έρχεται ραγδαία αύξηση των νέων αιτήσεων συνταξιοδότησης

Έρχεται ραγδαία αύξηση των νέων αιτήσεων συνταξιοδότησης

220.000 ασφαλισμένοι σπεύδουν για να αποφύγουν τις προγραμματισμένες αλλαγές από 1ης/1/2022

Η επιστροφή από τις διακοπές φέρνει δραματική αύξηση στις νέες αιτήσεις συνταξιοδότησης! Αυτό που φοβόταν όλο το προηγούμενο διάστημα το υπουργείο Εργασίας είναι πιθανό να γίνει πραγματικότητα. Έτσι, υπάρχει πλέον η εκτίμηση ότι μπορεί να φτάσουν τις 220.000 οι νέες αιτήσεις σε ετήσια βάση, περισσότερες κατά 35% ή κατά 60.000 σε σχέση με πέρσι! Πρόκειται για ένα εφιαλτικό σενάριο, που εάν επαληθευτεί στην ουσία θα «ακυρώσει» στην πράξη την προσπάθεια που καταβάλλεται από την αρχή του έτους για να αυξηθεί ο ρυθμός απονομής των συντάξεων.

Ακόμα και οι 1.200 δικηγόροι και λογιστές να προστεθούν στο σύστημα τον Οκτώβριο, είναι πολύ δύσκολο να ανακοπεί το κύμα συνταξιοδοτήσεων. Με δεδομένο μάλιστα ότι ήδη υπάρχουν πάνω από 130.000 αιτήσεις για κύρια σύνταξη που βρίσκονται στην αναμονή, η κατάσταση θα γίνει ακόμα πιο προβληματική.

Οι πληροφορίες που συλλέγουν οι αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου Εργασίας είναι ότι τα εργατολογικά γραφεία δέχονται «κατά συρροή» πολίτες οι οποίοι βρίσκονται κοντά στη σύνταξη και θέλουν «εδώ και τώρα» να συνταξιοδοτηθούν. Αιτία γι’ αυτό το «τσουνάμι» είναι οι προγραμματισμένες αλλαγές στο συνταξιοδοτικό σύστημα. Είναι γνωστό ότι από την 1η.1.2022 και μετά «κλειδώνουν» τα όρια ηλικίας. Αυτό σημαίνει ότι για συνταξιοδότηση θα πρέπει ο εργαζόμενος ή να έχει συμπληρώσει 40 χρόνια προϋπηρεσίας (12.000 ένσημα) για να αποχωρήσει από την εργασία του στα 62 έτη, ή να έχει συμπληρώσει 15ετία (4.500 ένσημα) και να βγει στη σύνταξη 67 ετών. Υπάρχει και το ενδεχόμενο των 15 ετών προϋπηρεσίας στα 62 έτη, για μειωμένη όμως σύνταξη.

Σε κάθε περίπτωση, τα ευνοϊκά όρια ηλικίας και η μειωμένη προϋπηρεσία, που ίσχυαν ανά περίπτωση, σύμφωνα με την παρέμβαση που έγινε το 2015, καταλήγουν στις 31.12.2021. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει μια μεγάλη μερίδα πολιτών που, βλέποντας αυτές τις αλλαγές να έρχονται, σπεύδει να συνταξιοδοτηθεί εντός του τρέχοντος έτους.

Ποιοι σπεύδουν

Στην πρώτη γραμμή, σύμφωνα με τα ραντεβού που γίνονται στα δικηγορικά γραφεία, βρίσκονται οι εκπαιδευτικοί, αλλά και γενικότερα ο δημόσιος και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας (δήμοι, περιφέρειες, ασφαλιστικά ταμεία).

Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο από εργαζόμενους στον ΕΦΚΑ έχουν υποβληθεί περισσότερες από 400 αιτήσεις προς αποχώρηση, όταν το 2020, σε όλη τη χρονιά, ήταν 250 το αντίστοιχο νούμερο. Μάλιστα, εκφράζονται φόβοι ότι μέχρι το τέλος του έτους θα υπερβούν τις 600 οι αιτήσεις προς συνταξιοδότηση από έμπειρα στελέχη του Φορέα που είναι πολύ δύσκολο να αντικατασταθούν…

Υπενθυμίζεται ότι όσοι δεν καλύψουν τα απαιτούμενα «μεταβατικά» όρια, ανά περίπτωση, για να συνταξιοδοτηθούν φέτος, κινδυνεύουν με επιβάρυνση, που κυμαίνεται από 5 έως 9 έτη, για να καταφέρουν να βγουν στη σύνταξη. Στον δημόσιο τομέα, το δικαίωμα συνταξιοδότησης θεμελιώνεται με 25ετία, αν αυτό το όριο έχει επιτευχθεί την τριετία 2010-2012. Για τους μισθωτούς του πρώην ΙΚΑ στον ιδιωτικό τομέα κάτι αντίστοιχο ισχύει εάν ο ενδιαφερόμενος είχε 35 έτη ως το 2012 και ειδικά οι μητέρες με ανήλικο θα έπρεπε να έχουν 5.500 ένσημα έως το ίδιο έτος.

Το πρόβλημα που δημιουργείται είναι ότι στις ανωτέρω περιπτώσεις υπάρχει ο φόβος ότι με την αλλαγή του έτους θα χαθεί το bonus που δίνει ο νόμος. Κάτι τέτοιο όμως έχει διαψεύσει μετ’ επιτάσεως η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εργασίας. Παρ’ όλ’ αυτά, διαπιστώνεται ότι σπεύδουν μαζικά να ζητήσουν συνταξιοδότηση εργαζόμενοι που βρίσκονται σε κάποια από τις παραπάνω κατηγορίες, για να καρπωθούν «εδώ και τώρα» το όφελος από τις ευνοϊκές διατάξεις της νομοθεσίας.

Έτσι εξηγείται γιατί η μαζική έξοδος προς τη σύνταξη επιχειρείται κυρίως από μητέρες – εργαζόμενες στον ιδιωτικό τομέα με ανήλικο τέκνο, από γονείς που εργάζονται και οι δύο στο Δημόσιο, αλλά και από εργαζόμενους στο Δημόσιο, σε ΔΕΚΟ και σε τράπεζες που έχουν συμπληρώσει ή βρίσκονται πολύ κοντά στην 35ετία.

Σημειώνεται επίσης ότι όποιος εργαζόμενος θεμελιώνει συνταξιοδοτικό δικαίωμα, δηλαδή καλύπτει το σκέλος της προϋπηρεσίας, μπορεί να περιμένει για να συνταξιοδοτηθεί, μέχρι να καλύψει και το αντίστοιχο ηλικιακό όριο. Έτσι, πετυχαίνει να λάβει πλήρη και όχι μειωμένη σύνταξη. Αν όμως επιλέξει να αποχωρήσει νωρίτερα, τότε εμπίπτει στις διατάξεις που ισχύουν περί πρόωρης συνταξιοδότησης.

300.000 εκκρεμείς

Πρέπει να επισημανθεί ότι, έπειτα από επίπονες προσπάθειες του υπουργείου Εργασίας, του ΕΦΚΑ και των εργαζομένων του, που έχουν στελεχώσει τα τμήματα απονομών συντάξεων, έχουν υποχωρήσει στις 130.510 οι αιτήσεις για κύρια σύνταξη που βρίσκονται σε αναμονή. Αν σε αυτό το νούμερο προστεθούν οι αντίστοιχες αιτήσεις για επικουρική σύνταξη, αλλά και εκείνες που αφορούν το εφάπαξ, τότε προσεγγίζουν τις 300.000 οι εκκρεμότητες.

Πρόκειται για τον 9ο συνεχόμενο μήνα όπου οι εκκρεμούσες αιτήσεις για κύρια σύνταξη καταγράφουν μείωση. Μπορεί να είναι αργός ο ρυθμός υποχώρησης, όμως έχει διαπιστωθεί ότι υπάρχει μια συνέχεια στη διαδικασία. Αυτό σημαίνει ότι το αντίστοιχο διάστημα, παρά τις πολλές αιτήσεις που υποβάλλονται, εκείνες που απονέμονται είναι περισσότερες. Ακριβέστερα, τα στοιχεία δείχνουν ότι στο α’ εξάμηνο απονεμήθηκαν 106.831 αιτήσεις, δηλαδή περισσότερες κατά 22.926 συγκριτικά με τις 83.905 που υποβλήθηκαν ως καινούργιες.

Στόχοι του υπουργείου

Μάλιστα, το σύστημα έφτασε στο σημείο να «παράγει» περίπου 18.000 αιτήσεις ανά μήνα, όταν πριν από ένα έτος μόλις και μετά βίας ανέρχονταν στις 12.000 οι αιτήσεις που μπορούσαν να απονεμηθούν σε μηνιαία βάση. Ο στόχος του υπουργείου Εργασίας έχει τεθεί από την αρχή του έτους και δεν είναι άλλος από την απονομή 30.000 αιτήσεων κάθε μήνα.

Για να συμβεί κάτι τέτοιο έχει επιλεχθεί, μεταξύ άλλων, και η λύση να αξιοποιηθούν στην απονομή των συντάξεων δικηγόροι και λογιστές από τον ιδιωτικό τομέα. Μια λύση που ακόμα δεν έχει εφαρμοστεί, αν και ήδη από τον περασμένο Απρίλιο είναι γνωστή η πρόθεση του υπουργείου Εργασίας, όπως αποτυπώθηκε και σε σχετική τροπολογία. Μόλις τώρα, τον Σεπτέμβριο, έχει ξεκινήσει το πρόγραμμα επιμόρφωσης για 1.200 ενδιαφερόμενους (800 δικηγόρους και 400 λογιστές). Ένα πρόγραμμα που δεν αναμένεται να ολοκληρωθεί πριν από το τέλος του τρέχοντος μήνα. Στη συνέχεια θα διεξαχθούν εξετάσεις και όσοι κριθούν κατάλληλοι θα λάβουν σχετική πιστοποίηση. Ακολούθως, εντός Οκτωβρίου, θα ξεκινήσει η διαδικασία απονομής συντάξεων και από τους ίδιους.

Είναι προφανές ότι αν δεν υπάρξουν άλλες καθυστερήσεις, οι δικηγόροι και οι λογιστές θα ενταχθούν στο σύστημα απονομής συντάξεων την πλέον κρίσιμη στιγμή. Δηλαδή, λίγο πριν ολοκληρωθεί η χρονιά, όταν μάλλον οι νέες αιτήσεις συνταξιοδότησης θα βρίσκονται στην κορύφωσή τους. Είναι «κομβικής» σημασίας, λοιπόν, να καταστεί εφικτό να αποδώσουν τα μέγιστα από την έναρξη της διαδικασίας. Μόνο έτσι θα συνεχιστεί ο ρυθμός υποχώρησης των εκκρεμών αιτήσεων απονομής σύνταξης. Διαφορετικά, το θετικό momentum θα κινδυνεύσει να ανατραπεί προς το χειρότερο και όλη η προσπάθεια που έλαβε χώρα εδώ και εννέα μήνες να πάει στράφι και να επιστρέψει το μέγεθος του προβλήματος στα επίπεδα που ήταν στο τέλος του 2020. Τότε, ήταν στα επίπεδα των 160.000 οι εκκρεμούσες συντάξεις.

Τι δείχνει ο ΑΤΛΑΣ

Τα επίσημα στοιχεία πάντως του συστήματος ΑΤΛΑΣ συνιστούν ακόμα ψυχραιμία στους ιθύνοντες. Μόνο που πρόκειται για στοιχεία Ιουνίου, δηλαδή δεν έχουν ενσωματώσει τη μεγάλη αύξηση που έρχεται από τον Αύγουστο – Σεπτέμβριο και έως το τέλος του έτους. Όπως φαίνεται, με συμπληρωμένο το α’ εξάμηνο του έτους είχαν υποβληθεί 83.905 αιτήσεις συνταξιοδότησης. Ο αριθμός αυτός είναι ήδη αυξημένος κατά 10.856 αιτήσεις (+12,93%) σε σχέση με τις 73.049 αιτήσεις που είχαν υποβληθεί το αντίστοιχο χρονικό διάστημα του 2020. Πέρσι υποβλήθηκαν συνολικά 161.719 νέες αιτήσεις καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Η εκτίμηση που υπάρχει είναι ότι εάν συνεχιστεί αυτός ο ρυθμός αύξησης τότε οι αιτήσεις θα προσεγγίσουν τις 180.000 φέτος. Αν υποχωρήσει ο ρυθμός υποβολής αιτήσεων, που είναι και το ευχάριστο σενάριο, τότε αναμένονται 160.000 αιτήσεις, δηλαδή στα περσινά επίπεδα. Αν όμως επαληθευτεί το δυσοίωνο σενάριο που προβλέπει η αύξηση να κινείται πάνω από το 30% και κοντά στο 35%, τότε θα μιλάμε πλέον για 220.000 νέες αιτήσεις…