Ελληνική Οικονομία Επικαιρότητα

Στο New Deal Μητσοτάκη ποντάρουν τώρα οι αγορές

Στο New Deal Μητσοτάκη ποντάρουν τώρα οι αγορές

Το ράλι στις ελληνικές μετοχές και στα ελληνικά ομόλογα, το οποίο ενισχύθηκε εντυπωσιακά από την ημέρα των ευρωεκλογών, αποτελεί την αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι οι επενδυτές βλέπουν την αλλαγή πολιτικής σελίδας στην Ελλάδα ως την απόλυτη θετική εξέλιξη για τη χώρα, η οποία θα οδηγήσει σε απεγκλωβισμό από την περίοδο αναιμικής ανάπτυξης και σχεδόν πλήρους απουσίας των επενδύσεων. Ήδη από τις αρχές του έτους η κεφαλαιοποίηση του Χ.Α. έχει αυξηθεί περισσότερο από 16 δισ. ευρώ, με τα 10 δισ. ευρώ να έχουν “κερδηθεί” από τις 27 Μαΐου, δηλαδή μετά τις ευρωκάλπες.

Αυτή την εβδομάδα αυτό έγινε ακόμα πιο ξεκάθαρο, καθώς το Ελληνικό Χρηματιστήριο έβαλε πλώρη για τις 900 μονάδες και το κόστος του ελληνικού Δημοσίου υποχώρησε σε νέα ιστορικά χαμηλά, με την απόδοση του 10ετούς να οδεύει προς το 2% και το spread έναντι των γερμανικών ομολόγων να διαμορφώνεται σε προ Μνημονίων επίπεδα, κάτω από τις 250 μ.β.

Τα ξένα χαρτοφυλάκια θεωρούν εδώ και καιρό την Ελλάδα ως μια σημαντική ευκαιρία και, συνεπώς, δεν θέλουν να χάσουν το… τρένο αυτού του θετικού momentum που έχει χτιστεί, βλέποντας πως οι προοπτικές τόσο της οικονομίας όσο και των ελληνικών assets ενισχύονται, και έτσι ποντάρουν στην αλλαγή σκηνικού της χώρας, εκτιμώντας πως θα γίνει πιο επενδύσιμη και θα “ανταμείψει” όσους την επέλεξαν στη στρατηγική τους τόσο σε βραχυπρόθεσμο όσο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Το “στοίχημα” της ισχυρής ανάπτυξης

Αυτό θα είναι το αποτέλεσμα μιας νέας αυτοδύναμης κυβέρνησης, η οποία θα προχωρήσει άμεσα σε μεταρρυθμίσεις που θα τροφοδοτήσουν το νέο επενδυτικό story της Ελλάδας πατώντας το κουμπί του restart της οικονομίας, όπως σημειώνουν χαρακτηριστικά παράγοντες της αγοράς.

Το γεγονός πως τόσο η ΤτΕ όσο και το ΚΕΠΕ θεωρούν ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας θα βρεθεί κάτω του 2% για το 2019, καθώς οι επενδύσεις τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα υστερούν, ενώ ο τουρισμός δύσκολα θα επαναλάβει φέτος τις επιδόσεις του 2018, αποτελεί ένα μεγάλο στοίχημα για τη νέα κυβέρνηση, η οποία, αν ωστόσο κινηθεί άμεσα, έχει τα όπλα να το αντιμετωπίσει. Σύμφωνα με τον Θέμη Θεμιστοκλέους, επικεφαλής του ευρωπαϊκού γραφείου επενδύσεων της UBS, οι καταναλωτικές δαπάνες έχουν ανακάμψει και υπάρχουν τομείς της οικονομίας που έχουν πολύ καλή πορεία. Ωστόσο, η μεγάλη αλλαγή για τη χώρα θα έρθει από την ενίσχυση των επενδύσεων. Αν το πετύχει αυτό, το 2020 μπορεί να αναπτυχθεί με ρυθμούς του 2,9%.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της UBS, η ελληνική οικονομία μπορεί να συνεχίσει να αναπτύσσεται γύρω στο 2% το 2019. Πέρα από το 2019, μια φιλική προς τις επιχειρήσεις κυβέρνηση η οποία θα προκύψει από τις γενικές εκλογές στις 7 Ιουλίου θα μπορούσε να στηρίξει περαιτέρω τις επενδύσεις, ενώ και η ανάπτυξη αναμένεται να δεχτεί ώθηση από την άρση των ελέγχων κεφαλαίων μέχρι το τέλος του 2019 (όπως αναμένει και η ΤτΕ).

Συμφωνία για τα πλεονάσματα;

Ακόμα και οι πιο “αυστηροί” οίκοι, σε ό,τι αφορά τουλάχιστον τις προβλέψεις τους για τα οικονομικά μεγέθη της χώρας τα τελευταία χρόνια, βλέπουν πλέον πως υπάρχει σημαντική πιθανότητα, ακριβώς λόγω της πολιτικής της Νέας Δημοκρατίας, η Ελλάδα να κερδίσει τη μάχη των υψηλών πλεονασμάτων τα οποία συμφώνησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με τους δανειστές και “στήριξε” με μια πρωτοφανή φορολαίλαπα και καταιγίδα μέτρων λιτότητας.

Όπως επισήμανε η Citigroup σε σημείωμα προς τους πελάτες της αυτή την εβδομάδα, αν και η Κομισιόν εκτίμησε πρόσφατα ότι το δημοσιονομικό κόστος των προεκλογικών παροχών του ΣΥΡΙΖΑ θα κυμανθεί γύρω στο 1% του ΑΕΠ το 2019 και έπειτα, και αυτό αναμένεται να μειώσει το περιθώριο ελιγμών της επόμενης κυβέρνησης, ωστόσο, η πιο φιλική προς τις επιχειρήσεις στάση της Ν.Δ. μπορεί τελικά να πείσει τους πιστωτές της Ελλάδας να μειώσουν τον στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος του 3,5% του ΑΕΠ (ο οποίος έχει συμφωνηθεί να τηρηθεί μέχρι το 2022).

Όπως τόνισε, παρά το υψηλό ποσοστό του χρέους προς το ΑΕΠ (181,8% του ΑΕΠ το 2018), η βιωσιμότητα του χρέους της Ελλάδας εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από την εποικοδομητική σχέση με τους επίσημους πιστωτές της (κυρίως τα άλλα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης), οι οποίοι ακόμη κατέχουν το 80% περίπου του συνολικού χρέους της χώρας. Αντίθετα με τις προηγούμενες δύο εκλογικές αναμετρήσεις (Ιανουάριος και Σεπτέμβριος 2015), οι κίνδυνοι από τις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα είναι πλέον πολύ περιορισμένοι, δεδομένου του ότι η μεγάλη πλειοψηφία του Κοινοβουλίου είναι υπέρ μιας σχέσης συνεργασίας με τους διεθνείς πιστωτές, σημειώνει χαρακτηριστικά.

Αν και η κυβέρνηση της Ν.Δ. θα κληρονομήσει μια οικονομία που αναμένεται να αναπτυχθεί με μέτριο ρυθμό φέτος (1,3% το πρώτο τρίμηνο), με τα δημόσια οικονομικά να έχουν “χτυπηθεί” από τα “δώρα” του Τσίπρα, ωστόσο και η Teneo Intelligence εκτιμά ότι οι πιστωτές θα είναι ευέλικτοι με τη Ν.Δ. Η πραγματική δοκιμασία θα είναι ο Προϋπολογισμός 2020, του οποίου το κεντρικό περίγραμμα θα ανακοινωθεί από τον πρωθυπουργό στη ΔΕΘ στις 7 Σεπτεμβρίου.

Τι ζητούν τα funds

Αυτά που θα εφαρμόσει η επόμενη κυβέρνηση θα είναι καθοριστικά για την επενδυτική εμπιστοσύνη, όπως σημειώνουν παράγοντες της αγοράς. Το ενδιαφέρον θα είναι να δούμε όχι μόνο τις προεκλογικές δεσμεύσεις, αλλά επίσης το τι εφαρμόζεται μετά τις εκλογές, όπως επισημαίνουν. Αυτό έγινε ξεκάθαρο, άλλωστε, όπως έχουμε αναφέρει, και στα πρόσφατα roadshows, με τα funds να επικεντρώνονται έντονα στην οικονομία, υπογραμμίζοντας πάντως τις προσδοκίες τους ότι τα πράγματα θα πάνε καλύτερα στη χώρα μετά τις εκλογές.

Το πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας ήταν αυτό που συγκέντρωσε το ενδιαφέρον, με τους επενδυτές να καθιστούν, ωστόσο, σαφές πως αυτό που ζητά η αγορά είναι τα δείγματα γραφής της νέας κυβέρνησης να φανούν άμεσα και να προχωρήσει η μείωση των φόρων και η ενίσχυση των επενδύσεων.

Το πρώτο δείγμα γραφής

Σύμφωνα πάντως με τον Βολφάνγκο Πίκολι, συμπρόεδρο της Teneo Intelligence, εταιρείας ανάλυσης πολιτικού ρίσκου, ο οποίος βρέθηκε πριν από λίγες μέρες στην Αθήνα και είχε συναντήσεις με τραπεζίτες και Έλληνες αξιωματούχους, μια ισχυρή πλειοψηφία θα προσφέρει στον νέο πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη, σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο.

Όπως επισημαίνει μετά τα ραντεβού που είχε, η Ν.Δ. είναι ίσως η πιο καλά προετοιμασμένη κυβέρνηση που έχει δει η Ελλάδα τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Κατά τα τελευταία δύο χρόνια το κόμμα έχει δουλέψει πολύ και έχει περίπου δώδεκα νομοσχέδια που είναι έτοιμα να κατατεθούν. Η πρόθεση είναι να γίνει μια δυναμική εκκίνηση στη διακυβέρνηση, περνώντας μερικά νομοσχέδια ακόμα και κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, ενώ το φθινόπωρο θα αφιερωθεί κατά κύριο λόγο στον Προϋπολογισμό του 2020 και σε συναφή θέματα με τους πιστωτές.

Μεταξύ των νομοσχεδίων που θα κατατεθούν τον Ιούλιο, σύμφωνα πάντα με την Teneo, είναι η ενίσχυση του γραφείου του πρωθυπουργού, έτσι ώστε η γενικότερη διακυβέρνηση της χώρας να είναι πιο αποτελεσματική, καθώς και η δημιουργία υπουργείου “εσωτερικής ασφάλειας”, ένα νομοσχέδιο που θα καταστήσει τη χώρα πιο φιλική προς τις επενδύσεις, το οποίο θα περιλαμβάνει μέτρα για τη μείωση της γραφειοκρατίας και θα δημιουργήσει ένα ευέλικτο και απλούστερο πλαίσιο αδειοδότησης, ενώ στο ίδιο νομοσχέδιο θα περιλαμβάνονται επίσης μέτρα για το Ελληνικό, ένα νομοσχέδιο για την απλοποίηση του φορολογικού συστήματος και τη μείωση των φόρων (ΕΝΦΙΑ, φόρος επιχειρήσεων, μείωση του αφορολόγητου και κάποιες φορολογικές ελαφρύνσεις), καθώς και νομοσχέδια που αφορούν την παιδεία καθώς και την υγεία, τη δικαιοσύνη, την έρευνα και την ανάπτυξη.

Παράλληλα, στο επίκεντρο της πολιτικής της Ν.Δ. θα είναι η ΔΕΗ και το μέλλον της, ενώ σε ό,τι αφορά τις τράπεζες οι νομικοί εμπειρογνώμονες της Ν.Δ. ήδη εργάζονται μαζί με τραπεζικά στελέχη πάνω από το σχέδιο της ΤτΕ για τη μείωση των NPLs, το οποίο έχει “εγκαταλείψει” ο ΣΥΡΙΖΑ.

Το Χ.Α. και τα ελληνικά ομόλογα πρωταγωνιστές των αποδόσεων διεθνώς

Ο απολογισμός του πρώτου εξαμήνου του έτους για τις διεθνείς αγορές είναι εντυπωσιακός, ωστόσο, σε ό,τι αφορά τα ελληνικά assets, ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακός και την περασμένη εβδομάδα οι σημαντικές αυτές επιδόσεις ενισχύθηκαν ακόμα περισσότερο.

Η αξία των διεθνών μετοχών εκτοξεύθηκε κατά 8 τρισ. δολάρια, ενώ η κεφαλαιοποίηση του Χ.Α. αυξήθηκε μέσα σε έξι μήνες κατά 15 δισ. ευρώ. Ο παγκόσμιος δείκτης MSCI σημείωσε άνοδο 15% αυτό το διάστημα, την υψηλότερη στην ιστορία του. O ρωσικός δείκτης RTSI σημείωσε κέρδη 30%, η Κίνα κατέγραψε κέρδη 19,5%, οι αγορές των ΗΠΑ σημείωσαν άνοδο κοντά στο 18%, ο πανευρωπαϊκός Eurostoxx 600 κέρδισε 13,8%, ενώ ο Γενικός Δείκτης του Χρηματιστηρίου Αθηνών υπεραπέδωσε με κέρδη 41,6% από τις αρχές του έτους, χάρη κυρίως στο +83% του τραπεζικού κλάδου.

Επιστροφή στο… 2014

Οι επιδόσεις αυτής της εβδομάδας, της τελευταίας πριν από τις εκλογές, ήδη τοποθετούν τα συνολικά κέρδη του Χ.Α. από την αρχή του έτους πάνω από το 45%. Μάλιστα, ο Γενικός Δείκτης κινείται στα υψηλότερα επίπεδα από τις αρχές του 2018 και στα ίδια επίπεδα όπου βρισκόταν τον Νοέμβριο του 2014 και πριν από τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Αυτό το ράλι δεν αφορά, όμως, μόνο τις μετοχές. Οι αποδόσεις των διεθνών κρατικών ομολόγων σημείωσαν βουτιά, με πολλούς τίτλους της Ευρωζώνης να βλέπουν τα yields τους να υποχωρούν σε ιστορικά χαμηλά (με αντίστοιχη εκτόξευση της τιμής τους). Και σε αυτή την περίπτωση η Ελλάδα έχει την… πρωτιά, καθώς έχει καταγράψει την καλύτερη επίδοση στον κόσμο, με την απόδοση του ελληνικού 10ετούς ομολόγου να έχει υποχωρήσει κατά 50% σχεδόν και στο 2,1%, από 3,9% όταν εκδόθηκε τον Ιανουάριο και από 4,4% από τις 31 Δεκεμβρίου. Οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων υποχώρησαν κατά 70 μ.β., οι αποδόσεις των γερμανικών 10ετών σημείωσαν το καλύτερο πρώτο εξάμηνο της τελευταίας διετίας, υποχωρώντας σε αρνητικά επίπεδα, ενώ ομόλογα αξίας 11 τρισ. δολαρίων διεθνώς έχουν αρνητικές αποδόσεις.

Οι προοπτικές για τη συνέχεια

Σύμφωνα με τους αναλυτές, παρά το ισχυρό ράλι προεξόφλησης της νίκης της Ν.Δ. και της ενίσχυσης των προοπτικών γύρω από τα ελληνικά assets, το Χ.Α. έχει τις προϋποθέσεις να συνεχίσει σε ανάλογη κατεύθυνση, δεδομένου ότι το επόμενο διάστημα οι αγορές προσδοκούν την άρση των capital controls, την ένταξη των ελληνικών ομολόγων σε ένα πιθανό νέο QE –το οποίο κάνει ακόμα πιο πιθανό το γεγονός ότι η Κριστίν Λαγκάρντ αναλαμβάνει το τιμόνι της ΕΚΤ, καθώς είναι γνωστή υπέρμαχος της χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής–, την αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της ελληνικής οικονομίας ακόμα και στην κατηγορία της “επενδυτικής βαθμίδας” μέσα στο επόμενο 12μηνο και τη βελτίωση των ισολογισμών των συστημικών τραπεζών.

Τα δεδομένα αυτά δημιουργούν ένα αισιόδοξο σενάριο για το Ελληνικό Χρηματιστήριο και για το β’ εξάμηνο, με την περιοχή των 900 μονάδων να αποτελεί την πρώτη περιοχή σοβαρής αντίστασης για τον Γενικό Δείκτη, όπως εκτιμά ο Δημήτρης Τζάνας, διευθυντής επενδύσεων της Κύκλος Χρηματιστηριακή. Ωστόσο, θα χρειαστεί χρόνος για να πειστεί η επενδυτική κοινότητα ότι το μείγμα της οικονομικής πολιτικής θα οδηγήσει τελικά στην ποθητή επιτάχυνση του ρυθμού μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας και θα περιλάβει και το Χρηματιστήριο στα εργαλεία που θα συμβάλουν σε αυτό.

Σύμφωνα με την Beta Securities, μεσοπρόθεσμα υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να συμβάλουν στη συντήρηση του θετικού επενδυτικού κλίματος: Οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις του Αυγούστου, η άρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων των τραπεζών, η έναρξη έργων που βρίσκονται σε διαρκή αναστολή ή καθυστέρηση και η επιτάχυνση της μείωσης των μη εξυπηρετούμενων εκθέσεων των τραπεζών συνθέτουν τους βασικότερους καταλύτες για τη μετεκλογική περίοδο.

Από την πλευρά του, ο Ηλίας Ζαχαράκης, πρόεδρος της Fast Finance, επισημαίνει πως οι τράπεζες είναι ο κλάδος που μπορεί να κάνει τη διαφορά στην αγορά μεσοπρόθεσμα, κάτι που θα φανεί το επόμενο διάστημα. Η ρευστότητα είναι διάχυτη, με το Χ.Α. να ποντάρει στην αυτοδυναμία της Νέας Δημοκρατίας, περιμένοντας να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις και οι επενδύσεις που τόσο πολύ ανάγκη έχει η χώρα. Μετά τα εκλογικά αποτελέσματα θέλει, ωστόσο, κάποια προσοχή, όπως επισημαίνει, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, ανεξάρτητα αν είναι θετικά, μιας και πολλοί έχουν σπεύσει να τοποθετηθούν με σκοπό να ρευστοποιήσουν στο γεγονός. “Μεσοπρόθεσμα παραμένουμε αισιόδοξοι και πλέον μένει να δούμε αν το “μεγάλο καλάθι” που κρατάμε για το μέλλον, σε σχέση με την οικονομία, πάρει σάρκα και οστά με τη νέα κυβέρνηση. Ήδη τα σημάδια δείχνουν ότι τα πράγματα βαίνουν καλύτερα στο κομμάτι των επενδύσεων, μιας και πολλά κεφάλαια σπεύδουν να τοποθετηθούν τόσο στο Χρηματιστήριο όσο και στην πραγματική οικονομία”, σημειώνει χαρακτηριστικά.