Ελλάδα

Και οι παλαιοί οφειλέτες στη νέα πάγια ρύθμιση

Και οι παλαιοί οφειλέτες στη νέα πάγια ρύθμιση

Η νέα πάγια ρύθμιση έρχεται από τις αρχές του 2020 και για παλιές οφειλές, προκειμένου αφενός να δοθούν ανάσες στους φορολογούμενους με χρέη στην εφορία και αφετέρου να επιτευχθούν καλύτερα εισπρακτικά αποτελέσματα. Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι στη νέα ρύθμιση θα μπορούν να ενταχθούν «παλιοί» οφειλέτες, υπό την προϋπόθεση ότι τα χρέη τους είχαν υπαχθεί κατά το παρελθόν σε τμηματικό διακανονισμό, αλλά και ότι δεν έχουν πλήρως εξοφληθεί.

Η σχετική διάταξη έχει ήδη περιληφθεί στο νέο φορολογικό νομοσχέδιο, το οποίο, μόλις ολοκληρωθεί η δημόσια διαβούλευση, παίρνει τον δρόμο προς τη Βουλή και έχει ως στόχο να βάλει φρένο στην αύξηση των ληξιπρόθεσμων χρεών που ήδη έχουν εκτροχιαστεί, αφού, όπως έχει ήδη επισημάνει η «Ν», προσεγγίζουν τα 105 δισ. ευρώ.

Πορεία που έχει ως αποτέλεσμα το αμέσως χρονικό διάστημα υπό τη «δαμόκλειο σπάθη» των αναγκαστικών μέτρων είσπραξης να βρεθούν ακόμη 564.034 φορολογούμενοι οι οποίοι έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την εφορία.

Οι εν λόγω φορολογούμενοι θα βρεθούν στο στόχαστρο της ΑΑΔΕ και αντιμετωπίζουν άμεσα τον κίνδυνο των μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο 9 του ΚΕΔΕ, τα οποία είναι:

α) κατάσχεση κινητών, είτε στα χέρια του οφειλέτη, είτε κινητών και απαιτήσεων, γενικώς, του οφειλέτη που βρίσκονται στα χέρια τρίτου,

β) κατάσχεση ακινήτων.

Εκτός των ανωτέρω είναι δυνατή, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία η λήψη σε βάρος του οφειλέτη του Δημοσίου, διοικητικών, ασφαλιστικών και δικαστικών μέτρων.

Για να αποφευχθούν λοιπόν «δυσάρεστες» καταστάσεις για τους φορολογούμενους, το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης περιέλαβε στο νομοσχέδιο διάταξη που προβλέπει ότι όσοι είχαν ενταχθεί στις παλιές ρυθμίσεις των 12 ή των 100 δόσεων, αλλά τις έχασαν, θα μπορούν να επανεντάξουν το ανεξόφλητο υπόλοιπο της οφειλής τους στο νέο πλαίσιο των 24 ή 48 δόσεων, που θα τεθεί σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου του 2020. Οι καινούργιες δόσεις δεν μπορούν να είναι περισσότερες από αυτές που εκκρεμούσαν, με την ελάχιστη καταβολή να ορίζεται στα 30 ευρώ και το επιτόκιο να κλιμακώνεται ανάλογα με τον αριθμό των δόσεων.

Υπενθυμίζεται ότι οι 24 δόσεις αφορούν τακτικούς φόρους, ενώ οι 48 αφορούν ρύθμιση έκτακτων οφειλών από κληρονομιές, γονικές παροχές και πρόστιμα.

Θα πρέπει να αναφερθεί ότι το 87,5% των οφειλετών χρωστά έως και 5.000 ευρώ, ποσοστό που φθάνει στο 92,6% εάν το ποσό της οφειλής ανέβει έως τα 10.000 ευρώ, γεγονός που σημαίνει ότι η συντριπτική πλειονότητα των οφειλετών του Δημοσίου χρωστούν ποσά έως 5.000 ή 10.000 ευρώ.

Επισημαίνεται ότι το μεγαλύτερο ποσοστό οφειλών συσσωρεύεται στους μεγαλοοφειλέτες, αφού το 87,5% των οφειλετών χρωστά στην εφορία ποσά έως 5.000 ευρώ, που συνολικά αντιστοιχεί μόλις στο 2,3% των συνολικών ληξιπρόθεσμων οφειλών. Αντίθετα, 1.154 οφειλέτες που οφείλουν από 10.000.000 έως 100.000.000 ευρώ ο καθένας, χρωστούν συνολικά 28,3% των ληξιπρόθεσμων οφειλών. Επισημαίνεται εξάλλου ότι 79 οφειλέτες με χρέη πάνω από 100.000.000 ευρώ ο καθένας, οφείλουν συνολικά 32,7% των ληξιπρόθεσμων χρεών.

Η νέα ρύθμιση

Η νέα ρύθμιση θα έχει περισσότερες δόσεις, από 24 έως και 48, με ελάχιστο ποσό δόσης 30 ευρώ, το επιτόκιο θα κυμαίνεται κατά μέσο όρο στο 5%, ενώ σε αυτή θα υπάγεται υποχρεωτικά το σύνολο των βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων οφειλών στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, τα Ελεγκτικά Κέντρα και τα Τελωνεία που κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης δεν έχουν τακτοποιηθεί κατά νόμιμο τρόπο με αναστολή πληρωμής ή διευκόλυνση ή άλλη νομοθετική ρύθμιση τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων οφειλών, ενώ δύνανται να υπαχθούν έπειτα από επιλογή του οφειλέτη και βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες οφειλές που τελούν σε διοικητική ή δικαστική αναστολή.

Ειδικότερα, όλες οι βεβαιωμένες οφειλές θα μπορούν κατόπιν αίτησης των οφειλετών, πριν ή μετά τη λήξη της προθεσμίας καταβολής αυτών, να ρυθμίζονται και να καταβάλλονται ως εξής:

(i) σε δύο (2) έως είκοσι τέσσερις (24) μηνιαίες δόσεις,

(ii) έως σαράντα οκτώ (48) μηνιαίες δόσεις, εφόσον πρόκειται για οφειλές που βεβαιώνονται από φόρο κληρονομιών, από φορολογικό και τελωνειακό έλεγχο, καθώς και για μη φορολογικές και τελωνειακές οφειλές, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στα επόμενα εδάφια.

Επισημαίνεται ότι ο αριθμός των δόσεων της ρύθμισης για οφειλές που ρυθμίζονται έως σαράντα οκτώ (48) δόσεις καθορίζεται από τη Φορολογική Διοίκηση με βάση την ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη.

Φυσικά πρόσωπα

Για οφειλέτες φυσικά πρόσωπα οι δόσεις ρυθμίζονται με βάση:

*τον μέσο όρο του συνολικού εισοδήματός τους (ατομικό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο, πραγματικό ή τεκμαρτό) κατά τα τελευταία τρία φορολογικά έτη πριν από την αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση για τα οποία έχει παρέλθει η προθεσμία υποβολής της οικείας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, ή
*το συνολικό εισόδημα (ατομικό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο, πραγματικό ή τεκμαρτό) του αμέσως προηγούμενου φορολογικού έτους από την ημερομηνία αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση, για το οποίο έχει παρέλθει η προθεσμία υποβολής της οικείας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, εφόσον αυτό είναι μεγαλύτερο.

Το ύψος της ρυθμιζόμενης οφειλής θα καθορίζεται με βάση το συνολικό εισόδημα που θα πολλαπλασιάζεται τμηματικά με προοδευτικά κλιμακωτό συντελεστή, ως εξής:

α) από 0,01 ευρώ έως 15.000 ευρώ με συντελεστή τέσσερα τοις εκατό (4%),

β) από 15.000,01 ευρώ έως 20.000 ευρώ με συντελεστή έξι τοις εκατό (6%),

γ) από 20.000,01 ευρώ έως 25.000 ευρώ με συντελεστή οκτώ τοις εκατό (8%),

δ) από 25.000,01 ευρώ έως 30.000 ευρώ με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%),

ε) από 30.000,01 ευρώ έως 50.000 ευρώ με συντελεστή δώδεκα τοις εκατό (12%),

στ) από 50.000,01 ευρώ έως 75.000 ευρώ με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%),

ζ) από 75.000,01 ευρώ έως 100.000 ευρώ με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%),

η) πάνω από 100.000 ευρώ με συντελεστή είκοσι πέντε τοις εκατό (25%).

Ο ανωτέρω συντελεστής μειώνεται ανάλογα με τον αριθμό των εξαρτώμενων τέκνων του οφειλέτη δηλαδή κατά μία (1) εκατοστιαία μονάδα για ένα (1) τέκνο, κατά δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες για δύο (2) τέκνα και κατά τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες για τρία (3) τέκνα και άνω. Το άθροισμα των γινομένων του εισοδήματος με τους αντίστοιχους συντελεστές αναγόμενο σε μηνιαία βάση διαιρεί το ποσό της ρυθμιζόμενης οφειλής.

Σε περίπτωση που ο οφειλέτης δεν είχε υποχρέωση υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος για κανένα από τα φορολογικά έτη που λαμβάνονται υπ’ όψιν για τον καθορισμό της ικανότητας αποπληρωμής, ή έχει υποβάλει μηδενικές δηλώσεις για όλα τα έτη αυτά, χορηγείται ο μέγιστος αριθμός δόσεων, υπό τον περιορισμό του ποσού της ελάχιστης μηνιαίας δόσης.

Το μεγαλύτερο ποσοστό οφειλών συσσωρεύεται στους μεγαλοοφειλέτες, αφού το 87,5% των οφειλετών χρωστά στην εφορία ποσά έως 5.000 ευρώ, που συνολικά αντιστοιχεί μόλις στο 2,3% των συνολικών ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Οφειλές νομικών προσώπων

Για οφειλέτες από νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες οι δόσεις ρυθμίζονται με βάση τον μέσο όρο των συνολικών ακαθαρίστων εσόδων των τριών τελευταίων πριν από την αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση φορολογικών ετών για τα οποία έχει παρέλθει η προθεσμία υποβολής της οικείας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, ή τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα του αμέσως προηγούμενου φορολογικού έτους από την ημερομηνία αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση, για τα οποία έχει παρέλθει η προθεσμία υποβολής της οικείας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, εφόσον αυτά είναι μεγαλύτερα.

Τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα πολλαπλασιάζονται τμηματικά με προοδευτικά κλιμακωτό συντελεστή, ως εξής: Από 0,01 ευρώ έως 1.000.000 ευρώ με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%), από 1.000.000,01 ευρώ έως 1.500.000 ευρώ με συντελεστή επτά τοις εκατό (7%), και από 1.500.000,01 ευρώ και άνω με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%).

Οι οφειλέτες που είναι συνεπείς στην εκπλήρωση των όρων της ρύθμισης μέχρι το πέρας αυτής, κατά την καταβολή της τελευταίας δόσης, απαλλάσσονται από την πληρωμή ποσού που ισούται με το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) των τόκων και έχουν επιβαρύνει το ποσό των δόσεων της ρυθμιζόμενης οφειλής. Η απαλλαγή δεν μπορεί να υπερβαίνει το ύψος της τελευταίας δόσης.

Οφειλές (πλην δασμών) των οποίων η ρύθμιση έχει απολεσθεί μέχρι την 1η.1.2020, δύνανται να ενταχθούν στη νέα ρύθμιση μόνο μία φορά, ενώ ο αριθμός των δόσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει τον αριθμό των δόσεων που υπολείπονταν κατά τον χρόνο απώλειας της ρύθμισης ή διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής.