Ελλάδα

Μπουρλότο στο συνέδριο της Ν.Δ.

Μπουρλότο στο συνέδριο της Ν.Δ.
Με ευθείες βολές στην κυβέρνηση και τη γνωστή ακροδεξιά φρασεολογία του ο Αντώνης Σαμαράς άναψε χθες φωτιές κατά την τελευταία ημέρα της διαδικασίας ● Με χαρακτηριστική αμηχανία τον αντιμετώπισε ο Κυριάκος Μητσοτάκης ● Πολιτικό αντίβαρο αποτέλεσε ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης

Το 13ο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας θα είχε μείνει στην Ιστορία ως μια υποτονική διαδικασία απλής ανταλλαγής ιδεών, που δεν είχε κανένα σκοπό να χαράξει πολιτική, να πάρει αποφάσεις ή να εκλέξει όργανα, αν δεν έμπαινε μέσα ο Αντώνης Σαμαράς σαν ταύρος εν υαλοπωλείω, για να εκτοξεύσει ευθείες βολές στην κυβέρνηση, μιλώντας σε αμιγώς προσωπικό τόνο και δυναμιτίζοντας το κλίμα λίγο πριν από το σφύριγμα της λήξης.

Επιβεβαίωσε έτσι τις προβλέψεις όσων ανέμεναν την εκρηκτική αντίδρασή του για το γεγονός ότι, ενώ μέχρι τις εκλογές ηγεμόνευε στο κόμμα, από την επόμενη μέρα ο Κυριάκος Μητσοτάκης τού γυρίζει επιδεικτικά την πλάτη αδειάζοντάς τον απανωτές φορές για διαφορετικά ζητήματα. Τελευταίο τέτοιο άδειασμα ήταν βέβαια ότι τον έκοψε από τις επιλογές του για τη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας, την οποία ο κ. Σαμαράς εμφανιζόταν να επιθυμεί διακαώς, ενώ προηγουμένως τον είχε αδειάσει τόσο για τη θέση του Ευρωπαίου επιτρόπου όσο και επιλέγοντας στο Μακεδονικό και στο θέμα της Novartis άλλη γραμμή από αυτήν που υποδείκνυε ο πρώην πρωθυπουργός.

Ο Αντ. Σαμαράς ξεκίνησε, λοιπόν, την ομιλία του λέγοντας ότι «η νέα κυβέρνηση ξεκίνησε πολύ καλά», αλλά πολύ γρήγορα πέταξε την πρώτη βολή εναντίον της, δηλώνοντας ότι «σε ένα μόνο [ζήτημα] κυριαρχεί μια γενική δυσαρέσκεια», εννοώντας το προσφυγικό. Ο πρώην πρωθυπουργός βέβαια δεν χρησιμοποίησε αυτή τη λέξη, αλλά το αποκάλεσε «λαθρομεταναστευτικό», επιμένοντας να προσπαθεί να επαναφέρει στο λεξιλόγιο της Ν.Δ. τους ρατσιστικούς όρους που ο ίδιος χρησιμοποιεί, ενώ επιδόθηκε σε ένα ρατσιστικό κρεσέντο, βγαλμένο από τη γνωστή φρασεολογία της Ακροδεξιάς και της ναζιστικής Χρυσής Αυγής.

«Λαθρομετανάστες»

Πρώτα, πατώντας στο πρόσφατο σχετικό αφήγημα της κυβέρνησης, είπε ότι «η συντριπτική πλειονότητα (όσων βρίσκονται στα hotspots) δεν είναι πια πρόσφυγες! Είναι μετανάστες που μπήκαν παράνομα! Αρα είναι παράνομοι μετανάστες! Λαθρομετανάστες…». Κάτι που βέβαια διαψεύδεται από τα στοιχεία της Υπηρεσίας Ασύλου, τα οποία αποδεικνύουν ότι η πλειονότητα όσων περνούν τα σύνορα εξακολουθεί να έχει υψηλό προσφυγικό προφίλ. Για να αναφερθεί στη συνέχεια σε «εισβολείς», λέγοντας ότι «οι Μικρασιάτες Ελληνες που ήλθαν το ’22 δεν έκαναν “εισβολή” στην Ελλάδα…

»Και οι Ελληνες που πήγαν τις επόμενες δεκαετίες μετανάστες, δεν μπήκαν παράνομα ως “εισβολείς” στις υπερπόντιες χώρες που τους υποδείχθηκαν», αλλά και να φτάσει να πει ότι «η χώρα μας υφίσταται πλέον έναν άτυπο λαθρο-εποικισμό».

Τη ρατσιστική αυτή φρασεολογία του ο κ. Σαμαράς την πλαισίωσε με διθυραμβικά λόγια για τα όσα εφάρμοσε ο ίδιος και η δική του κυβέρνηση στο προσφυγικό την περίοδο 2012-2014, εξυμνώντας την πολιτική της Αμυγδαλέζας και συντασσόμενος με την πολιτική των κέντρων κράτησης της σημερινής κυβέρνησης, λέγοντας ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη εξήγγειλε τη δική του πολιτική. Παράλληλα, έστρεψε τα πυρά του στην Ευρωπαϊκή Ενωση με τη φράση: «Μαθήματα από “ανεύθυνους παρατηρητές”, που βλέπουν και σχολιάζουν από μακριά, δεν δεχόμαστε…».

Αλλά εκεί που έριξε ευθεία βολή στη σημερινή κυβέρνηση ήταν για το θέμα της Συμφωνίας των Πρεσπών, όπου είπε ότι «δεν μπορούμε και να ωραιοποιούμε μια συμφωνία που εμείς οι ίδιοι την έχουμε καταγγείλει ως “επιζήμια” και “απαράδεκτη”», φωτογραφίζοντας τη σχετική θεαματική στροφή της Ν.Δ. Και επιχειρώντας για άλλη μια φορά να επιβάλει τη δική του ατζέντα, κάλεσε τον πρωθυπουργό, παρά τις αντίθετες δεσμεύσεις του, να «αποδεσμευτεί» από τη συμφωνία: «Το πολιτικό ερώτημα είναι πώς θα αποδεσμευτούμε χωρίς να πληρώσουμε κόστος. Κι αυτό δεν είναι εύκολο, δεν γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη –πάντως γίνεται», είπε.

Την ίδια ώρα ο πρώην πρωθυπουργός δήλωσε ότι «δεν είναι “φαιδρότητες” οι κινήσεις της Τουρκίας στην περιοχή… Είναι ευθεία απειλή!», στρέφοντας έτσι τα πυρά του και στον Προκόπη Παυλόπουλο, που λίγο νωρίτερα είχε χαρακτηρίσει το «μνημόνιο κατανόησης» Τουρκίας – Λιβύης «στα όρια της φαιδρότητας». Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που ο Αντ. Σαμαράς επιτίθεται στον κ. Παυλόπουλο, το έχει κάνει ξανά στο παρελθόν με ανοίκειο τρόπο, με αφορμή το Μακεδονικό, ενώ αυτήν την περίοδο εποφθαλμιούσε και τη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Τέλος, ο Αντ. Σαμαράς δήλωσε για άλλη μια φορά κατά οποιασδήποτε «συναίνεσης» με τον ΣΥΡΙΖΑ, απευθυνόμενος και πάλι στο εσωκομματικό ακροατήριο, την ώρα που ο Κυρ. Μητσοτάκης επιχειρεί να φιλοτεχνήσει ένα «συναινετικό» προφίλ και υπάρχει μπροστά και η εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας.

«Αυτές είναι οι απόψεις μου. Οι ιδέες μου. Με αυτές πολιτεύομαι πάντα. Δεν τις διαπραγματεύτηκα ποτέ! Για οποιοδήποτε αξίωμα… Ποτέ! Ούτε εντός ούτε εκτός Ελλάδος…» είπε, τέλος, με στόμφο ο κ. Σαμαράς. Η φράση του αυτή βέβαια δεν αφορά μόνο τα σημερινά αξιώματα του Ευρωπαίου επιτρόπου και του Προέδρου της Δημοκρατίας που θέλησε να καταλάβει. Αλλά αποτελεί και ευθεία πρόκληση προς τον Κυρ. Μητσοτάκη, αφού αφήνει να εννοηθεί ότι για τις «ιδέες» του αυτές έριξε την κυβέρνηση του πατέρα του. Αν και ξέχασε αυτές τις «ιδέες», όταν ανέλαβε πρωθυπουργός και επίσημη θέση της κυβέρνησής του παρέμεινε η σύνθετη ονομασία.

Εκτακτη ενίσχυση

Οσο για τον σημερινό πρωθυπουργό, αντιμετώπισε με χαρακτηριστική αμηχανία την ομιλία Σαμαρά, η οποία επισκίασε και την εξαγγελία που φύλαγε να ανακοινώσει στο συνέδριο, ότι «σχεδόν 200.000 νοικοκυριά των πιο αδύναμων Ελλήνων θα λάβουν έκτακτη ενίσχυση που θα δοθεί πριν από τα Χριστούγεννα». Ο κ. Μητσοτάκης δεν είπε λέξη για τη Συμφωνία των Πρεσπών, με αποτέλεσμα ο Αλέξης Τσίπρας να τον καλέσει να πάρει θέση για το «αν μπορεί ο ίδιος και η κυβέρνησή του να εγγυηθεί αυτή τη συμφωνία», ειδάλλως αφήνει «διάπλατα ορθάνοιχτο παράθυρο για την αποσταθεροποίηση και βόρεια της χώρας».

Πολιτικό αντίβαρο στη ρητορική Σαμαρά αποτέλεσε ο πρόεδρος του συνεδρίου, Βαγγέλης Μεϊμαράκης, ο οποίος λειτουργώντας σταθερά ως φωνή της κεντροδεξιάς συνείδησης της Ν.Δ. δήλωσε ότι το προσφυγικό είναι «ένα ζήτημα που προϋποθέτει συλλογική πολιτική συνεργασία από όλα τα κράτη-μέλη, ώστε να αντιμετωπιστεί υπό το πρίσμα των αρχών της αλληλεγγύης και της υπευθυνότητας και στη βάση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των διεθνών συμβάσεων».

Είπε ακόμα ότι «οι προκλήσεις που συνεχώς αναφύονται, για να έχουν τη μεγαλύτερη δυνατή αντιμετώπιση αλλά και τη μεγαλύτερη αποδοχή, προϋποθέτουν συνεννόηση με στόχο, αν τα καταφέρνουμε, τη συναίνεση».