Ελλάδα

Προφυλακιστέος ο 75χρονος για τη δολοφονία στην Αγία Βάρβαρα

Πότε λέμε “αντίο” στα τελευταία μέτρα του lockdown – Ίσως μέσα Ιουνίου ανοίγουν τα μπαρ

Στις φυλακές οδηγείται ο 75χρονος που ομολόγησε ότι πυροβόλησε και σκότωσε την εν διαστάσει σύζυγο του, στην Αγία Βαρβάρα την περασμένη Πέμπτη.

Μετά την ολοκλήρωση της απολογίας του, με τη σύμφωνη γνώμη εισαγγελέα, ο κατηγορούμενος για το φονικό στην Αγία Βάρβαρα κρίθηκε προφυλακιστέος για τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, της οπλοφορίας και της οπλοχρησίας.

Σύμφωνα με πληροφορίες κατέθεσε υπόμνημα και απολογήθηκε για περίπου 3 ώρες, επαναλαμβάνοντας όσα είπε και στην αστυνομία.

Ο κατηγορούμενος προανακριτικά δήλωσε μετανιωμένος για το έγκλημα, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι η εν διαστάσει σύζυγος του, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, ήταν απέναντι του απαράδεκτη, του έκανε μηνύσεις χωρίς λόγο, τον προσέβαλε, τον χτυπούσε και τον έβριζε.

«Κάθε τόσο μου έκανε μήνυση χωρίς λόγο και χωρίς να την έχω πειράξει ποτέ. Με προσέβαλε συνεχώς και μου πετούσε γλάστρες. Είχε κάνει τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου να μη μου μιλάνε, αποκόβοντας με από αυτά, με είχε χτυπήσει επανειλημμένα και με έβριζε συνεχώς με τα χειρότερα λόγια. Απέναντι σε μένα ήταν πολύ αχάριστη και σε όλα. Όλα αυτά τα χρόνια αισθανόμουν ψυχολογικά χάλια» ανέφερε ο κατηγορούμενος στους αστυνομικούς σχετικά με τη σχέση του με το θύμα, με την οποία γνωρίζονταν 40 χρόνια.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο 75χρονος στις περιουσιακές διάφορες που είχαν με την εν διαστάσει σύζυγο του, τονίζοντας πως όχι μόνο έδιωξε την κόρη του από το πρώτο του γάμο από την επιχείρηση που διατηρούσαν αλλά δεν του επέτρεψε να φτιάξουν και διαμέρισμα στην πολυκατοικία που είχαν αγοράσει με δάνειο που πλήρωνε ο ίδιος, ενώ κατηγορεί το θύμα ότι είχε πάρει και τα χρυσαφικά της αδελφής του τα οποία είχαν συναισθηματική αξία.

Αυτά τα κοσμήματα ήταν και ο λόγος, όπως υποστηρίζει ο άνδρας, που το απόγευμα της 3ης Ιουνίου πήγε σπίτι της εν διαστάσει συζύγου. Όπως περιέγραψε στους αστυνομικούς «πήγα στο σπίτι της για να την ζητήσω και πάλι τα χρυσαφικά και εκείνη έλειπε. Φεύγοντας, την βλέπω από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου μου να πλησιάζει στο σπίτι της. Εγώ στάθμευσα το αυτοκίνητο μου, γύρισα πίσω και της ζήτησα τα πράγματα της αδερφής μου, λέγοντας ότι η αδερφή μου ήταν σαν μάνα μου. Εκείνη τότε με εξύβρισε με την φράση «χέστηκα μαλάκα». Εγώ, μετά απ’ όλα όσα είχα περάσει, τρελάθηκα και μην ξέροντας τι κάνω, πυροβόλησα μία ή δύο φορές με το πιστόλι που είχα μαζί μου. Το πιστόλι το είχα πάρει μαζί μου απλά για να την φοβερίσω. Μακάρι να μην είχε συμβεί αυτό, το μετάνιωσα και ζητώ συγνώμη από τα παιδιά μου και από όλους».