Ιστορία

Ντόρα Μπακογιάννη: Ο άγνωστος «σκοτωμός» με τον Παύλο Μπακογιάννη και η διαθήκη στα 35

Ντόρα Μπακογιάννη: Ο άγνωστος «σκοτωμός» με τον Παύλο Μπακογιάννη και η διαθήκη στα 35

Η πρώτη τους γνωριμία δεν προμήνυε πως είχε γεννηθεί ένας μεγάλος έρωτας, που θα οδηγούσε σε δυο παιδιά και ένα τραγικό τέλος. Η Ντόρα Μπακογιάννη αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές της σχέσης της με τον Παύλο Μπακογιάννη και μιλά για τη μάχη της με τον καρκίνο.

Η Ντόρα Μπακογιάννη αποκαλύπτει επίσης ότι έκανε την πρώτη της διαθήκη στα 35 της, όταν δολοφονήθηκε ο Παύλος Μπακογιάννης από τη 17 Νοέμβρη και πως όταν τον είχε πρωτογνωρίσει, τον είχε αποκαλέσει «άθλιο»!

«Με τη σκέψη του θανάτου εξοικειώθηκα στα 35. Μέχρι τότε δεν είχε περάσει από το μυαλό μου. Μετά τη δολοφονία του Παύλου, εξοικειώθηκα. Τότε, στα 35 έκανα την πρώτη μου διαθήκη», λέει η Ντόρα Μπακογιάννη μιλώντας στην εφημερίδα Πρώτο Θέμα.

Πρώτη συνάντηση και… τσακωμός με τον Παύλο Μπακογιάννη

Η βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας αποκαλύπτει πως η πρώτη της συνάντηση με τον Παύλο Μπακογιάννη, στο Παρίσι, ήταν άκρως επεισοδιακή και τίποτα δεν έδειχνε πως θα οδηγούσε σε έναν μεγάλο έρωτα, γάμο και δυο παιδιά.

«Ήρθε να δει τον Μητσοτάκη. Συνεργάζονταν οι δυο τους. Κάποια στιγμή μου λέει ο Μητσοτάκης “Κάνε του παρέα, σε ένα τέταρτο έρχομαι”. Και ο Παύλος μου κολλάει για την Αποστασία και γινόμαστε από δυο χωριά χωριάτες. Ήταν ο πρώτος μας καβγάς. Είπε τον Μητσοτάκη αποστάτη, κατάλαβε ότι τσίμπησα εγώ και μετά σκοτωθήκαμε. Είπα μετά στον Μητσοτάκη “τι τον έφερες αυτόν τον άθλιο τύπο εδώ μέσα;”.

Και μετά τον ερωτεύτηκα τρελά. Μένουμε μαζί στο Μόναχο για ένα διάστημα και μετά πέφτει η δικτατορία. Εγώ, είχα γυρίσει νωρίτερα γιατί είχαν βάλει τον Μητσοτάκη φυλακή. Ο Μητσοτάκης είχε πει στον Μπακογιάννη να μην με αφήσει να γυρίσω. Δεν με κρατούσε όμως ούτε ο Μπακογιάννης, ούτε ο στρατός ολόκληρος.

Έτσι γύρισα πίσω, έπεσε η δικτατορία, γύρισε και ο Παύλος, γυρίσαμε στην Αθήνα και έπρεπε πλέον να παντρευτούμε, γιατί η εποχή δεν επέτρεπε συμβίωση. Και έτσι παντρευτήκαμε.

Δεν με ενδιέφερε το θέμα του γάμου, ήθελα απλώς να ζω με τον Παύλο. Και έτσι γίνεται ο πρώτος μεταδικτατορικός γάμος και έρχονται άνθρωποι από τις φυλακές, από τα νησιά, από τις εξορίες. Ήταν ένας γάμος όπου ήταν αδύνατο να καταλάβεις τι ήταν ο καθένας πολιτικά.

Εμένα τότε ο Παύλος μού φαινόταν μεγάλος. Ήμουν 18 και εκείνος 38. Και έλεγα ότι πρέπει να κάνω γρήγορα παιδιά. Ήμαστε και “παιδοοικογένεια” και έτσι κάναμε γρήγορα παιδιά».

Ο καρκίνος

Η Ντόρα Μπακογιάννη πριν από λίγο καιρό συγκλόνισε τους πάντες όταν αποκάλυψε η ίδια πως είχε διαγνωστεί με πολλαπλό μυέλωμα. Αλλά δεν αφήνει τον καρκίνο να την «ρίξει» ψυχολογικά. Κι ας τηςήρθε, όπως λέει, «καταπρακιά» όταν το έμαθε.

Μιλώντας για τη διάγνωση, περιέγραψε τις πρώτες της σκέψεις. «Η αρρώστια είναι κάτι που δεν το σκέφτεσαι όταν είσαι γέρος. Δεν περνάει από το μυαλό σου. Ήταν κιόλας οι εξετάσεις καλές, ήμουν πάντοτε πολύ τακτική σε όλους τους ελέγχους, τους προληπτικούς. Αλλά αυτή είναι μία αρρώστια που συνήθως τυχαία βρίσκεται. Οπότε όταν το έμαθα, μου ήρθε μία κατραπακιά.

Οι σκέψεις που περνάνε δεν είναι κακές. Τις πρώτες μέρες ήταν πολύ δύσκολο. Σκεφτόμουν διάφορα. Βασικά σκεφτόμουν τα παιδιά μου. Δηλαδή, εκείνη την ώρα σκέφτεσαι τους ανθρώπους που αγαπάς. Γιατί λες τι θα  κάνουν αυτοί, γιατί όλοι πιστεύουμε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ότι είμαστε αναντικατάστατοι. Μετά όμως λες, εντάξει, θα το παλέψω, θα το πολεμήσω. Θα ασχολούμαι περισσότερο με πράγματα που μ’ αρέσουν πιο πολύ. Λιγότεροι καταναγκασμοί.

Όμως θα συνεχίσω να δουλεύω, αλλιώς θα τρελαθώ τελείως. Και γενικώς νομίζω ότι είναι τόσο πολλοί οι άνθρωποι που παλεύουν αυτές τις αρρώστιες και τις παλεύουν με πολύ μεγάλη επιτυχία για πολλά χρόνια και έχει γίνει τόσο μεγάλη πρόοδος στην ιατρική που έχεις κάθε λόγο να είσαι αισιόδοξος».

Με αφορμή το θέμα της υγείας της, η Ντόρα Μπακογιάννη μίλησε και για την απόπειρα δολοφονίας σε βάρος της το 2002, λίγο πριν ορκιστεί δήμαρχος Αθηναίων.

«Ζω από τύχη γιατί με χτύπησαν στο μισό μέτρο, απλώς έσκυψα να πάρω την τσάντα και πέρασε η σφαίρα δίπλα από το μάτι και πήγε στον λαιμό του Γιώργου Λυμπέριου, του αστυνομικού μου, που ευτυχώς λες και ήταν λέιζερ, μπήκε από τη μία και βγήκε από την άλλη και έτσι ο άνθρωπος ζει και είναι ακόμα μαζί μου. Αλλά ζούσα πάντοτε με αυτή τη σκέψη.

Πέρασα ένα μεγάλο τραύμα τότε. Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι φοβάμαι να βγω στο πλήθος και εκεί είπα μόνη μου ότι αν δεν μπεις τώρα δε θα το ξεπεράσεις ποτέ. Είναι σαν το άλογο, αν πέσεις από το άλογο, πρέπει να ξανανέβεις, και μπήκα και το ξεπέρασα. Και πάλι όμως το ξεπέρασα χάρη στην απίστευτη έκρηξη συναισθημάτων και στήριξης από πάρα πολύ κόσμο».