Ιστορία

Σταυρικός θάνατος: Ένα φρικτό σαδιστικό μαρτύριο – Η ιστορία ως την απαγόρευσή στα 337 μ.Χ.

Σταυρικός θάνατος: Ένα φρικτό σαδιστικό μαρτύριο - Η ιστορία ως την απαγόρευσή στα 337 μ.Χ.

Η φρικτή πρακτική του σταυρικού θανάτου

Ένα φρικτό σαδιστικό μαρτύριο, που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον κυρίως από τους Ρωμαίους, το οποίο ωστόσο χρησιμοποιούσαν προγενέστερα οι Πέρσες και οι Καρχηδόνιοι

Ένας φρικτός, βασανιστικός και εξαιρετικά οδυνηρός θάνατος περίμενε όσους καταδικάζονταν να σταυρωθούν. Επρόκειτο για ένα μαρτύριο σχεδιασμένο και εκτελεσμένο από ειδικούς που γνώριζαν πώς να χειριστούν τον ανθρώπινο πόνο στην πιο σαδιστική εκδοχή της θανατικής ποινής που εφηύρε ποτέ ο άνθρωπος.

Την πρακτική της σταύρωσης ξεκίνησαν σε εκτεταμένη βάση οι Πέρσες, συνέχισαν οι Σελευκίδες και οι Καρχηδόνιοι, και εξέλιξαν οι Ρωμαίοι σε ένα χρονικό φάσμα που εκτείνεται από τον 6ο π.Χ. αιώνα έως το 337 μ.Χ., οπότε και ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος απαγόρευσε διά νόμου την εκτέλεση με σταυρικό θάνατο.

Η σταύρωση του Ιησού Χριστού είναι από τις πιο γνωστές περιπτώσεις καταδίκης στον σταυρό και ταυτόχρονα μοναδικής στην ιστορία λόγω των ιδιαιτεροτήτων της, όπως το ακάνθινο στεφάνι αλλά και η λόγχη.

Οι Ρωμαίοι, ειδήμονες στο να παρατείνουν τον πόνο των καταδίκων στον σταυρό, επεφύλασσαν αυτό το είδος του θανάτου κυρίως στους δούλους και τους ξένους, χρησιμοποιώντας τον σε ευρεία έκταση στις περιοχές που είχαν υπό τον έλεγχό τους. Σε αντίθεση με άλλους λαούς που επέλεγαν τη σταύρωση σε δέντρα, οι Ρωμαίοι είχαν υιοθετήσει ένα τελετουργικό που παρέτεινε την αγωνία του κατάδικου αναγκάζοντάς τον, σχεδόν κατά κανόνα, να μεταφέρει ως τον τόπο της θανατικής του εκτέλεσης το patibulum, ένα ορθογώνιο κομμάτι ξύλου πάνω στο οποίο καρφώνονταν τα χέρια και στη συνέχεια τοποθετούταν στο κάθετο ξύλο που είχε σφηνωθεί στο έδαφος. Σύγχρονοι υπολογισμοί εκτιμούν ότι το σύνολο του σταυρού με το κάθετο και το εγκάρσιο τμήμα ζύγιζε περίπου 135 κιλά, ενώ μόνο το patibulum περί τα 35-60 κιλά.

Αν σκεφτεί κανείς ότι ο κατάδικος είχε ήδη υποστεί τις συνέπειες του μαστιγώματος και της κακοποίησης στη φυλακή και συνυπολογίσει το ψυχικό φορτίο που μετέφερε, η διαδικασία ήταν εξαιρετικά επώδυνη, πόσω μάλλον όταν η διαδρομή γινόταν υπό τον δημόσιο εξευτελισμό από τους παριστάμενους και τους περαστικούς. Μολονότι σήμερα φανταζόμαστε ότι ειδικά στην περίπτωση της σταύρωσης του Ιησού η όλη διαδρομή της λεγόμενης via dolorosa πρέπει να ήταν αντικείμενο της προσοχής ολόκληρης της Ιερουσαλήμ, στην πραγματικότητα ελάχιστα πρέπει να απασχόλησε ή να τάραξε τους συνηθισμένους ρυθμούς της πόλης, με δεδομένο ότι ελάχιστοι συνειδητοποιούσαν τον αντίκτυπο που θα είχε στην εξέλιξη των γεγονότων. Έτσι κι αλλιώς, το θέαμα ήταν συνηθισμένο, αφού οι Ρωμαίοι συνήθιζαν να σταυρώνουν δεκάδες αν όχι εκατοντάδες κατάδικους.

Αρκετές ιστορικές αναφορές περιλαμβάνουν καταγραφές σταυρώσεων και τις εκδοχές τους, όπως εκείνες του Τάκιτου, ο οποίος σημειώνει ότι στη Ρώμη οι εκτελέσεις γίνονταν σε ένα συγκεκριμένο χώρο έξω από την Εσκουιλίνια Πύλη και οι σταυρώσεις των σκλάβων σε ένα ακόμη πιο εξειδικευμένο. Αν και δεν αποκλειόταν η χρήση σχοινιών για να συγκρατούν το σώμα των καταδίκων στον σταυρό, οι πιο συνηθισμένες σταυρώσεις περιελάμβαναν το κάρφωμα των άκρων με καρφιά.

Μολονότι ο αριθμός τους αποτελεί ακόμα αντικείμενο διαμάχης μεταξύ των ιστορικών, τέσσερα ή τρία (δύο για τα χέρια και δύο ή ένα για τα πόδια), η ανακάλυψη ενός οστού ποδιού εσταυρωμένου στην Ιερουσαλήμ, το μοναδικό μέχρι σήμερα ανάλογο, υποδηλώνει ότι τα πόδια πρέπει να καρφώνονταν μαζί στον σταυρό, στο κόκκαλο του αστραγάλου. Το καρφί ήταν δε τόσο χοντρό και μεγάλο, που δίπλωνε στο πίσω μέρος του ξύλου του σταυρού, με αποτέλεσμα στο συγκεκριμένο αρχαιολογικό εύρημα, του λεγόμενου Γιενοχανάν, γιου του Χαγκακόλ, ο οποίος σταυρώθηκε πάνω σε ένα σταυρό από ξύλο ελιάς ή πάνω σε μια ελιά, όπως αποδεικνύει το κομμάτι ξύλου που διασώθηκε, να παραμένει ακόμα στο οστό, καθώς, αφού δεν μπορούσε να αφαιρεθεί, ο νεκρός τάφηκε με αυτό! Η σημαντική αυτή ανακάλυψη, που δίνει πολύτιμες πληροφορίες γύρω από την πρακτική της σταύρωσης, έγινε τυχαία στην Ιερουσαλήμ στα 1968, όταν ήρθε στο φως ένα οστεοφυλάκιο που περιείχε τα μοναδικά έως σήμερα οστά ενός σταυρωμένου άνδρα της Ρωμαϊκής Περιόδου, γύρω στο 7 μ.Χ.

Σε κάποιες παραστάσεις της σταύρωσης του Χριστού φαίνονται τα πόδια να ακουμπούν πάνω σε ένα τρίτο κομμάτι ξύλου, το λεγόμενο sedile. Αν και υπάρχουν σχετικές περιγραφές, μάλλον δεν ίσχυσαν στην περίπτωση του Ιησού. Για τα χέρια η εικονογραφική παράδοση που ακόμη και σήμερα χρησιμοποιείται για τη σταύρωση του Χριστού με το κάρφωμα της παλάμης θεωρείται ιστορικά ανακριβής, καθώς η μόνη περίπτωση να στηριχθεί στον σταυρό το σώμα ήταν τα χέρια να έχουν τρυπηθεί στον καρπό. Σε αρκετές περιπτώσεις, όπως εκείνη των δύο ληστών που σταυρώθηκαν μαζί με τον Ιησού, οι στρατιώτες που είχαν επιφορτιστεί με τη σταύρωση έσπαζαν τα οστά των ποδιών των καταδίκων με ένα σιδερένιο εργαλείο που ονομαζόταν crurifragium, διαδικασία που σαν στόχο είχε τη συντόμευση του μαρτυρίου προκαλώντας ακαριαίο θάνατο.

Η τυπολογία των σταυρών που χρησιμοποιούνταν ποίκιλλε σε μεγάλες παραλλαγές, όπως φυσικά και η τοποθέτηση του σώματος πάνω σε αυτόν. Ο σταυρός μπορεί να ήταν ένα απλό κάθετο κομμάτι ξύλου, το crux simplex ή palus. Αυτή ήταν και η πιο συνηθισμένη μορφή του, ειδικά όταν έπρεπε να σταυρωθούν πολλοί κατάδικοι μαζί, κυρίως ως μαζική τιμωρία μετά από πολιορκίες πόλεων. Στην περίπτωση που υπήρχε ο συνδυασμός κάθετου ξύλου και patibulum, ο σταυρός είχε σχήμα Τ και ονομαζόταν crux commissa ή crux immissa. Άλλες συνηθισμένες μορφές σταυρού ήταν εκείνες σχήματος Υ ή Χ. Η τελευταία μάλιστα χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση του Αποστόλου Ανδρέα.

ΠΗΓΗ