Πολιτισμός

Νίκος Καζαντζάκης: Σε ποιο Θεό πίστευε και γιατί η Σουηδική Ακαδημία του αρνήθηκε το Νόμπελ

Νίκος Καζαντζάκης: Σε ποιο Θεό πίστευε και γιατί η Σουηδική Ακαδημία του αρνήθηκε το Νόμπελ
«Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο, καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο, το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε ζωή», με τούτες τις αράδες αρχίζει να γράφει την «Ασκητική» του, ο Νίκος Καζαντζάκης που μια μέρα σαν σήμερα του 1957 πέθανε στο Φράιμπουργκ. Η Σουηδική Ακαδημία του γύρισε την πλάτη. Ο κόσμος ολόκληρος τον αγκάλιασε!

Πάντα επίκαιρος και πάντα Έλληνας ταξιδευτής του κόσμου σαν τον Οδυσσέα, ο Καζαντζάκης σε συνέντευξή του στον ραδιοφωνικό σταθμό της Γαλλικής Ραδιοφωνίας αποδεικνύει ότι τα λόγια του θα μπορούσαν να έχουν ειπωθεί χθες κι ας ακούστηκαν το πριν από 65 χρόνια: «Η Ελλάδα είναι πάντα το παιχνιδάκι των Μεγάλων Δυνάμεων. Υποφέραμε πολύ κάτω από τον βάρβαρο ζυγό των Τούρκων. Υποφέραμε πολύ και υποφέρουμε ακόμα κάτω από τον υποκριτικό ζυγό των Μεγάλων Δυνάμεων. Ο Ελληνικός λαός είναι ένας λαός – μάρτυρας, τόσο περισσότερο που η ανάγκη για ελευθερία είναι γι’ αυτόν εξ ίσου επιτακτική όσο μπορεί είναι το ίδιο απαραίτητη. Το πραγματικό ελληνικό θαύμα δεν ονομάζεται ομορφιά, ονομάζεται ελευθερία».

Ο Πήτερ Μπην (Peter Bien), ομότιμος καθηγητής της Αγγλικής και της Συγκριτικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Ντάρτμουθ των ΗΠΑ γράφει για τον Καζαντζάκη: «Όπως ο Conrad ξαναγεννήθηκε για τον 20ό αιώνα χάρη στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έτσι και ο Καζαντζάκης τώρα ξαναγεννιέται για τις ανάγκες του 21ου αιώνα χάρη στη συνεχιζόμενη διαμάχη ανάμεσα στις παραδοσιακές απόψεις και την επιστημονική αλήθεια. Κατά κάποιο τρόπο, θα ήταν ωραία να ήταν ο συγγραφέας ξεπερασμένος επειδή δεν θα τον χρειαζόμασταν πια.

Τα μαθήματα όμως που παίρνουμε από τον Ζορμπά για τη ματαιότητα του εθνικισμού και του πολέμου, από τον Φώτη για την αντοχή σε πείσμα της ήττας, απ’ τον Ιησού στον Τελευταίο Πειρασμό για το πώς η πνευματική ζωή έχει ανάγκη να εξελιχθεί όπως και όλα τα άλλα πράγματα, όλα αυτά, αλίμονο, είναι απολύτως απαραίτητα στον 21ο αιώνα που περνάμε, φαινόμενο που ο Καζαντζάκης θα ονόμαζε «η μεταβατική μας εποχή»· προέβλεψε ότι θα διαρκούσε διακόσια χρόνια. Άρα, ίσως, ο Καζαντζάκης θα εξακολουθήσει να είναι απαραίτητος και να διαβάζεται όχι μόνο κατά τον 21ο αιώνα αλλά και στον 22ο!*

Έγραψε τα πάντα

Με τις λίγες λέξεις που μας επιτρέπει ο χώρος να χρησιμοποιήσουμε, δεν είναι εύκολο να περιγράψει κάποιος και να αποτιμήσει το τεράστιο σε όγκο αλλά και σε ευρύτητα έργο του Νίκου Καζαντζάκη. Ο Καζαντζάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο (τότε Χάνδακας) το 1883 και ενώ ακόμα η Κρήτη ήταν τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στο Ηράκλειο έλαβε τη στοιχειώδη μόρφωση κι έπειτα το 1897 γράφτηκε στη Γαλλική Εμπορική Σχολή του Τίμιου Σταυρού στη Νάξο, όπου διδάχθηκε τη γαλλική και την ιταλική γλώσσα και ήρθε σε μία πρώτη επαφή με τον δυτικό πολιτισμό. Το 1902 φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και το 1906 πήρε το δίπλωμα του διδάκτορα της Νομικής με άριστα.

Ο Νίκος Καζαντζάκης υπήρξε πολυγραφότατος. Ασχολήθηκε σχεδόν με κάθε είδος λόγου: Ποίηση (δραματική, επική, λυρική), δοκίμιο, μυθιστόρημα (στα Ελληνικά και στα Γαλλικά), ταξιδιωτικές εντυπώσεις, αλληλογραφία, παιδικό μυθιστόρημα, μετάφραση (από τα Αρχαία Ελληνικά, Γαλλικά, Ιταλικά, Αγγλικά, Γερμανικά και Ισπανικά), κινηματογραφικά σενάρια, ιστορία, σχολικά βιβλία, παιδικά βιβλία (διασκευή και μετάφραση), λεξικά (γλωσσικά και εγκυκλοπαιδικά), δημοσιογραφία, κριτική, αρθρογραφία.

Έργο ζωής η «Οδύσσεια»

Το έργο που ο Καζαντζάκης και τότε αλλά και αργότερα θεωρούσε ως το «magmum opus» ήταν το επικό ποίημα: «Οδύσσεια». Το γράψιμο αυτού του τεράστιου έργου έγινε σε διαδοχικές φάσεις και κράτησε δεκατέσσερα χρόνια, από το 1925 μέχρι τη δημοσίευσή του το 1938. Η «Οδύσσεια» εκτείνεται σε είκοσι τέσσερα βιβλία (όπως και η ομηρική). Με έναν προσεκτικά επιτηδευμένο (και δεδηλωμένο) συνολικό αριθμό 33.333 στίχων σε δεκαεπτασύλλαβο, η «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη, είναι πιθανώς το εκτενέστερο ποίημα που γράφτηκε ποτέ.

Το Νόμπελ που δεν ήρθε ποτέ

Ο Καζαντζάκης προτάθηκε 9 χρονιές (1947, 1950, 1951, 1952, 1953, 1954, 1955, 1956 και 1957) για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η Σουηδική Ακαδημία τον αγνόησε! Και για να μην ρίχνουμε το βάρος της άρνησης στους Σουηδούς να επισημάνουμε ότι η Ελληνική Πολιτεία τορπίλιζε πάντα την υποψηφιότητα του Καζαντζάκη για τον προφανή λόγο ότι είχε αριστερές πολιτικές πεποιθήσεις.

Ο Πάτροκλος Σταύρου, θετός γιος της Ελένης, δεύτερης συζύγου του Καζαντζάκη σε άρθρο του στο «Βήμα» τον Οκτώβριο του 2000 με τίτλο: «Όταν δεν τους περίμενα», έγραφε χαρακτηριστικά: «Κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’50 η φήμη του Καζαντζάκη άρχισε πλέον να απλώνεται σε όλες τις ηπείρους. Η διεθνής αναγνώριση του διάνοιγε τον δρόμο προς το βραβείο, το οποίον ακοιμήτως ναρκοθετούσε η Ελλάς. Να τον αφήσει να πάρει το Νόμπελ; Αδύνατον. Ακόμα και μυστικούς αστυνομικούς έστελναν τότε στην Αντίμπ (γαλλική πόλη όπου ζούσε ο Καζαντζάκης με τη δεύτερη γυναίκα του Ελένη), οι οποίοι υπεδύοντο τους δημοσιογράφους για να τον κατασκοπεύσουν.

Η ματαίωση της απονομής του Νόμπελ στον Καζαντζάκη υπήρξε σαφώς ελληνικός άθλος. Ευτελές εργαλείο αυτής της ασχημοσύνης ήταν ο Σπύρος Μελάς, συνεργαζόμενος με τον Έλληνα πρέσβη στη Στοκχόλμη, Πίνδαρο Ανδρουλή, ο οποίος δρούσε βάσει οδηγιών από το κέντρο, την Αθήνα. Δεν ήταν δυνατόν να συμβεί διαφορετικά. Τι είχε με τον Καζαντζάκη ο Μελάς; Φθόνο, μίσος, αντιζηλία; Ίσως όλα, και μαζί έχθρα και φοβερή ζήλια».

Κόντρα και με την Εκκλησία

Το ερώτημα που γεννιέται από την πρώτη παράγραφο της «Ασκητικής» είναι ένα: Ο Καζαντζάκης πιστεύει στον Θεό; Κι αν ναι σε ποιον Θεό πιστεύει; Σύμφωνα με τη χριστιανική διδασκαλία και το χριστιανικό δόγμα: «ερχόμαστε» από τη Δημιουργία του Θεού και θα «καταλήξουμε» στη Βασιλεία των Ουρανών, σε μια Δευτέρα Παρουσία. Άρα η άβυσσος του Καζαντζάκη, της Ασκητικής, αποκλείει τη χριστιανική πίστη και το χριστιανικό θεό.

Ο Καζαντζάκης λοιπόν δεν πιστεύει στο χριστιανικό θεό! Κατά τον Καζαντζάκη οι άνθρωποι δημιούργησαν τον θεό. Στο «Ταξιδεύοντας» στο Κεφάλαιο «Σινά», γράφει: « Ο θεός δεν είναι απροσδόκητο ουράνιο φαινόμενο. Οι ρίζες του είναι βαθιά μέσα στις μάζες. Και στην «Ασκητική»: «Ο θεός δε μας σώζει, εμείς τον σώζουμε». Και στον επίλογο του ίδιου έργου: «Πιστεύω σε ένα Θεό, Ακρίτα, Διγενή, στρατευόμενο, Μεγαλοδύναμο, όχι Πολυδύναμο». Όπου το «πιστεύω» έχει την έννοια του «προτείνω».

Η Εκκλησία της Ελλάδος τον πολέμησε για τις πεποιθήσεις και τα γραπτά του, αλλά δεν τόλμησε να προχωρήσει στον αφορισμό του, καθώς ήταν αντίθετος σε κάτι τέτοιο ο οικουμενικός πατριάρχης Αθηναγόρας. Ο Καζαντζάκης νόσησε από λευχαιμία. Νοσηλεύτηκε στην Κοπεγχάγη  και το Φράιμπουργκ της Γερμανίας, όπου τελικά κατέληξε στις 26 Οκτωβρίου 1957 σε ηλικία 74 ετών. Εντούτοις σύμφωνα με άλλες εκδοχές ο Καζαντζάκη έπασχε από λευχαιμία από το 1938, 19 χρόνια πριν από το τέλος του. Η ασιατική γρίπη λέγεται ότι τον οδήγησε στο θάνατο.

Η σορός του μεταφέρθηκε στο στρατιωτικό αεροδρόμιο της Ελευσίνας. Η Ελένη Καζαντζάκη ζήτησε από την Εκκλησία της Ελλάδος να τεθεί η σορός του σε λαϊκό προσκύνημα, επιθυμία την οποία ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, Θεόκλητος Β΄ απέρριψε με τη δικαιολογία του ότι υπήρχαν φόβοι πρόκλησης επεισοδίων εκ μέρους παραεκκλησιαστικών οργανώσεων. Έτσι, η σορός του συγγραφέα μεταφέρθηκε στο Ηράκλειο.

«Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος». Η συγκεκριμένη φράση ουδέποτε ανήκε στον Καζαντζάκη, παρόλο που τη χρησιμοποίησε στο περίφημο έργο του «Ασκητική» θέλοντας να εκφράσει την προσωπική εσωτερική του πάλη για την ευτυχία και το θείο. Γι’ αυτό άλλωστε και ζήτησε μέσα από τη διαθήκη του, όταν πεθάνει, η φράση αυτή να χαραχθεί πάνω στον τάφο του, κάτι που τελικά κι έγινε. Στην πραγματικότητα η ιστορία του γνωστού ρητού μας γυρίζει στο 2ο αιώνα μ.Χ όταν ο Κυνικός φιλόσοφος Δημώναξ από την Κύπρο, θέλοντας να αποτυπώσει τον πυρήνα της φιλοσοφίας του, πως η ανθρώπινη ευτυχία μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την άρνηση των κοινωνικών συμβάσεων, που καταδυναστεύουν τον άνθρωπο, όπως μάς αναφέρει ο Λουκιανός στο έργο του «Δημώνακτος βίος».