stories

Μανόλης Αναγνωστάκης: Ο δύσκολος και τραχύς δρόμος της Ποίησης

Όλα τα πράγματα δείχνουν πως η Ποίηση έπαψε πια να είναι αυτό που άλλοτε ήταν
Το πρόβλημα της δυνατότητας επιβίωσης της Ποίησης μέσα σε μια εποχή που μοιάζει οριστικά να την αρνιέται, δεν είναι ένα πρόβλημα εντελώς καινούργιο: εδώ και μερικές δεκαετηρίδες επανέρχεται αρκετά συχνά και δίνει αφορμή σε διεξοδικές συζητήσεις. Στη βάση των συζητήσεων αυτών στέκει το μόνο σίγουρο δεδομένο: η προϊούσα δηλ. απομόνωση της Ποίησης από το ευρύτερο κοινό, η έλλειψη ζήτησης του είδους μ’ όλη τη συνεχιζόμενη αμείωτη προσφορά, η κατάργηση κάθε «επαφής» ανάμεσα στον Ποιητή και στη μάζα που υποτίθεται πως απευθύνεται.

Οι ερμηνείες που δίνονται στην αναμφισβήτητη αυτή πραγματικότητα είναι κυρίως δύο· η μια είναι η άποψη του ίδιου του κοινού που διαμαρτύρεται για πλήρη ακαταληψία της νεώτερης Ποίησης, για την ασύγγνωστη αδιαφορία του Ποιητή προς αυτό, για τις απίθανες κατανοητικές «δυσκολίες» που συνεπάγεται ένα σύγχρονο ποιητικό κείμενο και που απωθεί τον αναγνώστη.

Από την άλλη μεριά οι ίδιοι οι Ποιητές παραδέχονται την «κρίση» αλλά μιλούν αόριστα για την αποιητικότητα της εποχής, για την έλλειψη πνευματικότητας που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο του καιρού μας, για την ανεπάρκεια του ευρύτερου κοινού που αδυνατεί να δεχτεί την «αφαίρεση» και την παρεκτροπή από την λογοκρατούμενη αντίληψη της καθημερινής ζωής.

Οπωσδήποτε, ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε ερμηνείες, οι διαπιστώσεις όσον αφορά το παρόν του ποιητικού λόγου συμπίπτουν και δεν μένουν παρά οι αναπόφευκτα διιστάμενες εικασίες ως προς το μέλλον. Η Ποίηση θα ξεπεράσει τη σημερινή περιθωριακή της θέση και θα γίνει πάλι μια μέρα «η Τέχνη των Τεχνών», ή είναι καταδικασμένη σε μια απομόνωση σαν ένα εξωτικό και περίεργο άνθος, που λίγοι φανατικοί θα επιμένουν να καλλιεργούν και να υποθάλπουν;

Μιλάμε για φθορά ή μιλάμε για κρίση;

Αν η Τέχνη είναι ένα επιφαινόμενο που –άσχετα από ποιότητα ή βαθμό ανάπτυξης ή περιεχόμενο– αποτελεί καίριο χαρακτηριστικό της ιστορίας του ανθρώπινου πολιτισμού, είναι δηλ. μία έννοια σύμφυτη με την κοινωνική υπόσταση του ανθρώπου, αιώνια και διαρκής, τα διάφορα Είδη της, που την συντηρούν και την εκφράζουν, υπόκεινται στις εξελικτικές μεταβολές του χρόνου, δεν είναι «αθάνατα», αλλά υπακούουν σε νόμους ιστορικούς ανάπτυξης και φθοράς.

[…]

Κι εδώ εγγίζουμε το μεγάλο και επίμαχο πρόβλημα του κοινού, που ο φωτισμός του μπορεί να μας οδηγήσει σε ασφαλέστερα συμπεράσματα από οποιεσδήποτε θεωρητικές υποθέσεις.

Μιλώντας για «κοινό» δεν κάνουμε συνήθως τη μόνη απαραίτητη διευκρίνιση, που χωρίς αυτήν οδηγούμαστε μοιραία σε μια σειρά παρανοήσεων.

Αυτό που εννοούμε λέγοντας «κοινό» σήμερα, είναι κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που ονομάζαμε «κοινό» άλλοτε – στην αρχαιότητα λ.χ. Η βασικότερη διαφορά είναι από πρώτη άποψη ποσοτική, αλλά η ποσοτική αυτή διαφορά συνεπάγεται μια βαθύτερη αλλοίωση στο περιεχόμενο του όρου. Το «παλαιό» κοινό –αριθμητικά ασύγκριτα μικρότερο– χαρακτηρίζονταν από τη λίγο ως πολύ ενιαία αισθητική αγωγή, το ίδιο υπόστρωμα «προϋποθέσεων», και ανήκε στο ίδιο οργανωμένο κοινωνικό σύνολο. Στον πυρήνα αυτής της ιστορικής διαπίστωσης στέκει το πιο ουσιώδες –εξωτερικό φαινομενικά αλλά με βασικές προεκτάσεις– προνόμιο του «παλαιού» δημιουργού από τον σύγχρονο ομότεχνό του: το ότι ήξερε σε κάθε στιγμή το κοινό προς το οποίο απευθύνονταν, υπήρχε μια διαρκής επικοινωνία ανάμεσά τους – επικοινωνία όχι συμβατικής ανοχής αλλά αλληλοπροαγωγής και περίπου συνεργασίας. 

Το κοινό με το οποίο επικοινωνεί σήμερα ένας καλλιτέχνης είναι στην πραγματικότητα αριθμητικά πολύ μεγαλύτερο από το κοινό με το οποίο επικοινωνούσε ο Ευριπίδης λ.χ. Συγκριτικά με τη μεγάλη μάζα του «καλλιεργημένου» κοινού ο αριθμός αυτός είναι σχεδόν κατά κανόνα πολύ μικρός, τόσο που να δίνεται η εντύπωση ότι δεν υπάρχει «ανταπόκριση», απουσιάζει η «καθολικότης». Η αντίληψη αυτή δεν είναι δύσκολο να αποδειχτεί πόσο είναι αβασάνιστη και σφαλερή. Η «ενότητα» που χαρακτήριζε αναμφισβήτητα το κοινό του Ευριπίδη λ.χ. δε διαφέρει βασικά, στα συνεκτικά της στοιχεία, από την ενότητα που υφίσταται σ’ ένα ορισμένο κοινό ενός σύγχρονου καλλιτέχνη· η διαφορά έγκειται στο ότι στην πρώτη περίπτωση μια δεύτερη κατηγορία κοινού, ξένη δηλαδή στο πνευματικό, ηθικό και κοινωνικό κλίμα της πρώτης και αντίθετή της, δεν υπήρχε· ένα τεράστιο κομμάτι της ανθρωπότητας, το συντριπτικά μεγαλύτερο, υπήρξε για αιώνες ανέκφραστο καλλιτεχνικά.

Ο σύγχρονος καλλιτέχνης αγνοεί κατ’ αρχήν το κοινό προς το οποίο απευθύνεται, αγνοεί το βαθμό των αντιδράσεών του και των προσληπτικών του ορίων Δεν υφίσταται ανάμεσα σ’ εκείνον και σ’ αυτό η a priori ταυτότητα του χώρου, του χρόνου και της κουλτούρας, που θα καθορίσουν τα πλαίσια μέσα στα οποία θα κινηθεί και θα εκφράσει μια συγκεκριμένη πραγματικότητα, παραδεκτή από την ομάδα, που, ελλείψει άλλης αντίθετης εκδοχής, γίνεται παραδεκτή και από τους μεταγενέστερους, σαν η μοναδική εκπροσωπευτική της εποχής του.

[…]

Μέσα στην καινούργια δυναμική αυτή «ανακατάταξη» των Ειδών, η Ποίηση φαίνεται να βρίσκεται σε μια πολύ χαμηλή βαθμίδα. Όλα τα πράγματα δείχνουν πως η Ποίηση έπαψε πια να είναι αυτό που άλλοτε ήταν. Γιατί αν η Ποίηση σήμερα είναι απλά μια αίρεση μέσα στο γενικό κορμό της Τέχνης, η Ποίηση κάποτε ήταν αυτή η ίδια η Τέχνη. Η ιστορία της Ποίησης είναι η ιστορία μιας βαθμιαίας αποφλοίωσής της από μια σειρά ετερόκλιτα στοιχεία που, αρμονικά ίσως, συνταίριαζε μέσα της και που διαμορφώθηκαν σιγά σιγά σε αυτόνομα Είδη Τέχνης, που το καθένα τραβά το δικό του δρόμο και τη δική του ιδιωτική εκφραστική. Η βαθειά αλλοίωση που υπέστη η Ποίηση, τις τελευταίες ιδιαίτερα δεκαετηρίδες, στους εκφραστικούς της τρόπους και στην όλη της δομή, τόσο που να μη μοιάζει πια μ’ αυτό που ονομάζαμε Ποίηση πριν λίγα χρόνια ακόμη, δεν είναι μια τυχαία επινόηση, ούτε ένα βίτσιο ή φιλολογική εκζήτηση. Είναι μια αναπόδραστη ανάγκη όχι για «ανανέωση» αλλά για ανακάλυψη της μοναδικής διεξόδου επιβίωσής της και του εντελώς δικού της τρόπου εκφραστικής, με μια γλώσσα που να μη μετέχει στην οικονομία της ιδιωτικής εκφραστικής άλλων Ειδών, αλλά και που να μην μπορεί να υποκατασταθεί από καμιά στις μυστικές αποχρώσεις της.

Είναι τούτο μια απελευθέρωση και μια επιστροφή στην καθαρότητα του ποιητικού λόγου ή αντίθετα συνεπάγεται την ανεπάρκειά του να ανταποκριθεί στην εξελικτική πορεία της Τέχνης, που απαιτεί άλλες μορφές και άλλες κατηγορίες εκφραστικής;

Αν και συνηθέστερα κατηγορούνται οι ίδιοι οι Ποιητές ότι από δική τους έπαρση ή ανικανότητα έκοψαν τα νήματα επαφής με το κοινό, στην πραγματικότητα είναι το κοινό που απομακρύνθηκε και αποξενώθηκε από την Ποίηση.

Στερημένη από κάθε αφηγηματική ή «περιγραφική» προϋπόθεση, εξοβελισμένη από το θεατρικό λόγο, απορφανισμένη από τη μουσική και την όρχηση, η Ποίηση μοιάζει να αποσύρεται ολοένα και πιο πολύ από τα αισθητικά ενδιαφέροντα των πολλών, μοιάζει να ψάχνει τραγικά μια «θέση στηρίξεως» για να δικαιολογήσει την παρατεινόμενη ύπαρξή της και τον προορισμό της. Ο δρόμος της από δω και πέρα είναι εξαιρετικά δύσκολος και τραχύς, γιατί το πρόβλημα δεν είναι αδιέξοδο μορφής, αλλά αποκλειστικά προσδιορισμός ουσίας. Είναι με άλλα λόγια το τι απομένει ακόμα για την Ποίηση, ποιος χώρος τής είναι προορισμένος, τι μπορεί πια μόνον αυτή να εκφράσει, που από κανένα άλλο Είδος δεν είναι δυνατό να εκφραστεί. Αν ο χώρος αυτός είναι «το ελλειπτικά καίριο», «η απόλυτη ουσία των πραγμάτων» όπως λέγεται –αλλά δεν φαίνεται ακόμα αδιαφιλονίκητα να είναι– τότε η Ποίηση τείνει αναμφισβήτητα σε μια νέα καθαρότητα –άσχετα με ποια μέσα μορφικά θα επιτευχθεί, με ποιους τρόπους και με ποια «σημαντική»– που οπωσδήποτε όμως παραμένει μακριά από την ευθεία γραμμή της άμεσης προσφοράς, έξω από τα νόμιμα αισθητικά ενδιαφέροντα των πολλών.

Ο αγώνας των Ποιητών, σήμερα, δεν είναι πώς να διασπάσουν τον κλοιό και να βρουν πάλι τη χαμένη τους «δημοτικότητα», γιατί ένας τέτοιος αγώνας είναι μάταιος και ιστορικά ανεδαφικός, αλλά πώς να δικαιώσουν την αιρετική τους παρουσία μέσα στον γενικό κορμό της Τέχνης, πώς θα προβάλουν ένα νέο πρόσωπο και ένα νέο αυτόνομο Είδος, που μπορεί να μην συναντά την αισθητική κατάφαση των περισσοτέρων, αλλά που μέσα στο δικό του περιφραγμένο χώρο να έχει μια χρησιμότητα και ν’ αποπνέει μια ποιότητα εκλεκτή.

Γιατί από την άποψη της «απήχησης» ο ρόλος της Ποίησης είναι πια πολύ περιορισμένος –οποιαδήποτε ουσιαστική αλήθεια κι αν εκφράζει και οποιοδήποτε καθολικό νόημα κι αν περικλείει– και όσο οι ίδιοι δημιουργοί δεν κατανοούν μ’ αξιοπρέπεια την επώδυνη, έστω, αυτή πραγματικότητα, η συζήτηση γύρω από τα προβλήματα της Ποίησης θα εξακολουθεί να εκτυλίσσεται όχι μέσα στη σωστή διάσταση βάθους, αλλά πάνω σ’ ένα, χωρίς συνεννόηση, επίπεδο μεταφυσικής ωραιολογίας και άγονου δογματισμού.

*Αποσπάσματα από κείμενο του Μανόλη Αναγνωστάκη για το παρόν και το μέλλον της ποίησης. Είχε δημοσιευτεί στο υπ΄αριθμόν 3 τεύχος του περιοδικού Κριτική (Μάιος – Ιούνιος 1959), που διηύθυνε ο ίδιος ο Αναγνωστάκης από το 1959 έως το 1961.

Ο ολιγογράφος ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 10 Μαρτίου 1925.

Πολιτικά στρατευμένος από νεαρή ηλικία στο χώρο της ανανεωτικής Αριστεράς, ο Αναγνωστάκης υπήρξε αρχισυντάκτης του φοιτητικού περιοδικού Ξεκίνημα (1944), έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου καταδικάστηκε από στρατοδικείο σε θάνατο για την παράνομη πολιτική δράση του (1949).

Ο Αναγνωστάκης τοποθετείται στην πρώτη μεταπολεμική γενιά της νεοελληνικής ποίησης, μια γενιά που χαρακτηρίστηκε ως ποίηση της ήττας, καθώς πολλοί δημιουργοί της διέγραψαν την πορεία από την αισιόδοξη πίστη στο κομμουνιστικό όραμα στην απαισιοδοξία που προέκυψε από τη διάψευση των προσδοκιών τους.

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης απεβίωσε στις 23 Ιουνίου 2005.

Οι φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στο παρόν άρθρο προέρχονται από τον Όμιλο Φίλων του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη (omilosanagnostaki.gr).

ΠΗΓΗ in.gr