Επικαιρότητα Θρησκευτικά Θέματα

Το Πατριαρχείο Μόσχας διακόπτει την κοινωνία με τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου λόγω Ουκρανικού

Το Πατριαρχείο Μόσχας διακόπτει την κοινωνία με τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου λόγω Ουκρανικού
Δεν αναγνωρίζουν τον Επιφάνιο οι περισσότερες Ορθόδοξες Εκκλησίες ανά τον κόσμο

H Iερά Σύνοδος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας εκφράζει βαθιά λύπη για την αντικανονική απόφαση του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Χρυσοστόμου να μνημονεύσει τον χαρακτηριζόμενο από τη Μόσχα σχισματικό «μητροπολίτη Κιέβου» Επιφάνιο.

Μέχρι και σήμερα δεν αναγνωρίζουν τον Επιφάνιο οι περισσότερες Ορθόδοξες Εκκλησίες ανά τον κόσμο, πλην των Προκαθημένων των εκκλησιαστικών θρόνων Κωνσταντινουπόλεως, Αθηνών και Αλεξανδρείας, με τους οποίους επίσης έχει διακόψει την εκκλησιαστική κοινωνία το Πατριαρχείο Μόσχας.

Κύπριοι ιεράρχες, αλλά και πολλοί σχολιαστές θεωρούν άστοχη και επικίνδυνη την απόφαση Χρυσοστόμου να προχωρήσει συνειδητά στην επιδείνωση των σχέσεων με το Πατριαρχείο Μόσχας σε μια στιγμή κρίσιμη για τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Μεσογείου, όταν μάλιστα η Ρωσική Εκκλησία έχει επανειλημμένως στο παρελθόν και έως πρόσφατα τοποθετείται σαφώς υπέρ των ελληνικών και κυπριακών θέσεων και εκφράζει δημόσια επιφυλάξεις ή διαφωνίες με τις επιθετικές ενέργειες της Τουρκίας και του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Η Ρωσική Εκκλησία διαπιστώνει ότι «είναι αδύνατη η μνημόνευση του ονόματος του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Β΄ στα δίπτυχα», επομένως διακόπτει την προσευχητική και ευχαριστιακή κοινωνία μαζί του, καθώς και κάθε συλλείτουργο με τους αρχιερείς της Κυπριακής Εκκλησίας, οι οποίοι θα προχωρήσουν σε εκκλησιαστική κοινωνία με εκπροσώπους του Ουκρανικού σχίσματος. Κατά τις εκκλησιαστικές παραδόσεις η διακοπή κοινωνίας είναι η ύψιστη «ποινή» κατά τη ρήξη στις σχέσεις μεταξύ Εκκλησιών, ωστόσο η Μόσχα την επιβάλει μόνο στον Αρχιεπίσκοπο, ελπίζοντας ότι οι σοβαρές αντιδράσεις, που ήδη έχουν υπάρξει στην Εκκλησία της Κύπρου κατά της αυθαίρετης απόφασης του Αρχιεπισκόπου, θα συνεισφέρουν περισσότερη σωφροσύνη στις αναμενόμενες συνοδικές αποφάσεις της Εκκλησίας της Κύπρου, η οποία είχε επιμελώς έως σήμερα τηρήσει στάση αυστηρής ουδετερότητας έναντι της αντιπαράθεσης Φαναρίου-Μόσχας.

Η μνημόνευση του Επιφάνιου, μαρτυρά κατά το ανακοινωθέν του Πατριαρχείου Μόσχας ότι «ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος ήρθε σε κοινωνία με σχισματικούς», αν και υπογραμμίζεται ότι η απόφασή του «ελήφθη αυτοβούλως, χωρίς συνεννόηση με τα μέλη της Ιεράς Συνόδου της Κυπριακής Ορθόδοξης Εκκλησίας, επομένως δεν έχει συνοδικό χαρακτήρα».

Μάλιστα η Ρωσική Εκκλησία υπενθυμίζει στην ανακοίνωσή της ότι έως πρόσφατα ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος υποστήριζε εντελώς διαφορετικές θέσεις ως προς το ζήτημα της «Ουκρανικής αυτοκεφαλίας», εκφράζοντας για παράδειγμα αμφιβολίες σχετικά με τη δυνατότητα να αρθεί αναδρομικά ο αναθεματισμός σχισματικών επισκόπων της Ουκρανίας, όπως αποφάσισε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, προκαλώντας μια από τις μεγαλύτερες διασπάσεις στην πρόσφατη ιστορία μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος μόλις προ διετίας διαβεβαίωνε τη Μόσχα ότι δεν πρόκειται να υποχωρήσει από τις θέσεις υποστήριξης της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, ενώ πρόσφατα δήλωσε ότι «μετεπείσθη» τον περασμένο κιόλας Μάρτιο κατά τη συνάντησή του με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο.

Οι ισχυρισμοί Χρυσοστόμου απορρίπτονται από τουλάχιστον 4+1 μητροπολίτες της Κύπρου, τους Λεμεσού Αθανάσιο, Κύκκου Νικηφόρο, Ταμασού Ησαΐα, καθώς και τον επίσκοπο Αμαθούντος Νικόλαο και Μόρφου Νεόφυτο, οι οποίοι χαρακτηρίζουν άκυρη την απόφαση του Αρχιεπισκόπου τους και προπαντός ότι αποτελεί παραβίαση σχετικών συνοδικών αποφάσεων υπέρ της ουδετερότητας, οι οποίες επιβεβαιώθηκαν ακόμη και τον περασμένο Σεπτέμβριο.

Επικαλούμενο την πρόθεσή του να επιφέρει ενότητα στην Εκκλησία της Ουκρανίας το Οικουμενικό Πατριαρχείο προχώρησε στα τέλη του 2018 στην ανάκληση των ισχυόντων επί 334 έτη (!), επανέφερε στη δικαιοδοσία του την Ουκρανία, που είχε παραχωρηθεί επισήμως στο Πατριαρχείο Μόσχας από το 1686, «συγχώρεσε» όλους τους αναθεματισμένους από άλλες Εκκλησίες επισκόπους, που έως τότε δεν αναγνώριζε, συνεκάλεσε την λεγόμενη «ενωτική Σύνοδο», όπου προσήλθαν μόνο τρεις μικρότερες μη κανονικές εκκλησιαστικές δομές της Ουκρανίας και μόνον δύο επίσκοποι της κανονικής Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία συνεχίζει να εκπροσωπεί τους περισσότερους ορθοδόξους στην Ουκρανία και να υπάγεται παραδοσιακά στο Πατριαρχείο Μόσχας με μητροπολίτη της τον Ονούφριο Κιέβου. Ο Ονούφριος δηλώνει ότι δεν επιθυμεί ουδεμία αυτοκεφαλία από το Πατριαρχείο Μόσχας και παραμένει ο έχων την αναγνώριση από τις περισσότερες Ορθόδοξες Εκκλησίες στον κόσμο. Από την «νέα Εκκλησία της Ουκρανίας», που ίδρυσε το Φανάρι, χαρίζοντάς της τον Τόμο της αυτοκεφαλίας, αποχώρησε ήδη ο ενεργότερος στο παρελθόν υποστηρικτής της αυτοκεφαλίας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο αυτοκληθείς και «επίτιμος Πατριάρχης Κιέβου» Φιλάρετος, ο οποίος τώρα καταγγέλλει ότι «εξαπατήθηκε», καθώς του είχαν υποσχεθεί πατριαρχικό θρόνο…

Στην υπόθεση του Ουκρανικού αυτοκέφαλου έχει ενεργά εμπλακεί η αμερικανική διπλωματία με τους εκπροσώπους της σε Κίεβο, Αθήνα, αλλά και άλλες χώρες να τάσσονται υπέρ των αποφάσεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο όνομα της «θρησκευτικής ελευθερίας», η οποία μάλλον τώρα απειλείται πλέον για τους υποστηρικτές της κανονικής Εκκλησίας, η οποία υφίσταται διώξεις, ακόμη και βίαιες αρπαγές ναών από εθνικιστές και αντιστέκεται στην πολιτική εμβάθυνσης των εντάσεων και της σύγκρουσης μεταξύ δύο αδελφικών λαών, όπως οι Ουκρανοί και οι Ρώσοι.