fbpx
Επικαιρότητα Τουρκία

Η βιωσιμότητα της εθνικής κυριαρχίας ως η νέα Μεγάλη Ιδέα

Η βιωσιμότητα της εθνικής κυριαρχίας ως η νέα Μεγάλη Ιδέα

Tο τουρκικό πολιτικό σύστημα θα αναδείξει μία νέα ηγεσία, η οποία θα εκφράζει, ίσως με διαφορετικό τρόπο, την ίδια ασυμβίβαστη στάση διεκδικήσεων υπέρ ενός φαντασιακού «νέο-οθωμανικού» κράτους

Η βιωσιμότητα της εθνικής κυριαρχίας ως η νέα Μεγάλη Ιδέα

Το βασικότερο πρόβλημα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν είναι αποκλειστικά τα ζητήματα στα οποία αντικειμενικά σημειώνεται διαφωνία (πχ υφαλοκρηπίδα, ΑΟΖ, εύρος θαλάσσιου και εναέριου χώρου). Κυρίως, είναι η βαθιά ριζωμένη κουλτούρα του εθνικισμού και του αντι-δυτικισμού, η οποία καθιστά ατελέσφορη κάθε προσπάθεια επίλυσης των ζητημάτων με τα κοινώς αποδεκτά διπλωματικά μέσα, ή με την προσφυγή σε διεθνή δικαιοδοσία, όπως κατεξοχήν ισχύει μεταπολεμικά στον ευρωπαϊκό χώρο. Με άλλα λόγια, ακόμη και αν εκλείψει (πολιτικά) ο πρόεδρος Ερντογάν, το τουρκικό πολιτικό σύστημα θα αναδείξει μία νέα ηγεσία, η οποία θα εκφράζει, ίσως με διαφορετικό τρόπο, την ίδια ασυμβίβαστη στάση διεκδικήσεων υπέρ ενός φαντασιακού «νέο-οθωμανικού» κράτους, και εις βάρος κάθε έννοιας διεθνούς δικαίου και καλής γειτονίας.

Το ελληνικό πολιτικό σύστημα

Η Ελλάδα φαίνεται ότι επίλυσε το βασικό πρόβλημα για τη βιωσιμότητα με την αποτροπή της χρεοκοπίας και το ενδεχόμενο μίας άτακτης φυγής από την Ευρωζώνη. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα, παρά την έντονη δοκιμασία, επέδειξε ανθεκτικότητα επιβεβαιώνοντας την εδραίωση της δημοκρατικής διακυβέρνησης και τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Ένα πεδίο στο οποίο σημειώθηκε αξιοσημείωτη πρόοδος είναι εκείνο της εξωτερικής πολιτικής και της άμυνας. Πρόκειται για δύο πεδία στα οποία ουδέποτε επικράτησαν συνθήκες πόλωσης (με την εξαίρεση του «Μακεδονικού»), ανάλογη με εκείνη που χαρακτήρισε άλλα πεδία οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.

Η Μεγάλη Ιδέα της εποχής μας δεν μπορεί παρά να είναι η βιωσιμότητα του κράτους έναντι κάθε εξωτερικής απειλής για την εθνική κυριαρχία, η οποία απαιτεί μία ισχυρή δημοσιονομική θέση, πολιτική συναίνεση στους βασικούς στόχους εξωτερικής πολιτικής και άμυνας, μία διπλωματική τακτική με ερείσματα σε Ευρώπη, Αμερική και Ανατολική Μεσόγειο και έναν αξιόμαχο επιχειρησιακό βραχίονα. Όλες οι παραπάνω προϋποθέσεις συντρέχουν, γιατί διαφορετικές κυβερνήσεις, προερχόμενες από διαφορετικές πτέρυγες της Βουλής, μερίμνησαν γι’ αυτό.

Έχουν πράγματι ανταποδοτική αξία κάθε ευρώ που έχει δαπανηθεί για τον εξοπλισμό και την εκπαίδευση των ενόπλων δυνάμεων, κάθε διπλωματική ενέργεια για την προβολή των ελληνικών θέσεων και τη διασφάλιση της διακρατικής συνεργασίας. Ωστόσο, αυτό το ισχυρό μέτωπο αποτροπής έναντι της τουρκικής απειλής, πρέπει να συμπληρωθεί με κάτι επίσης κρίσιμο.

Τρόποι εξουδετέρωσης

Πρέπει να βρούμε οπωσδήποτε τρόπο να εξουδετερώσουμε όχι τον (κάθε) Ερντογάν, αλλά το πολιτικο-κοινωνικό πλαίσιο το οποίο λειτουργεί καταλυτικά για τον αναθεωρητισμό εις βάρος μας. Η ελληνική ηγεσία, λοιπόν, χάριν της βιωσιμότητας του κράτους, η οποία ενισχύεται όσο ελαχιστοποιείται η πιθανότητα σύρραξης, πρέπει να βρει τρόπους να «μιλήσει» στην τουρκική κοινωνία. Αν και όλα τα δεδομένα δείχνουν ότι η Ελλάδα επιχειρησιακά και διπλωματικά διαθέτει απαράμιλλη πυγμή, μία ένοπλη αναμέτρηση θα επιφέρει μία δραματική επιδείνωση της κοινωνικο-πολιτικής και οικονομικής κατάστασης, η οποία δεν θα έχει ως αντίκρισμα ένα ορατό όφελος, όπως ίσχυε με την επιδίωξη του αλύτρωτου ελληνισμού στα χρόνια της «παλαιάς» Μεγάλης Ιδέας.

Οι πρωθυπουργοί και ΥΠΕΞ της τελευταίας δεκαετίας επέδειξαν μεν διαθεσιμότητα, αλλά τα αποτελέσματά τους είναι εξαιρετικά περιορισμένα. Το ερώτημα είναι εάν για την όξυνση των σχέσεων ευθύνεται αποκλειστικά η τουρκική πλευρά, ή μέρος της ευθύνης αναλογεί και στην ελληνική πλευρά.

Η τελευταία συνάντηση στην Κωνσταντινούπολη σε ανώτατο επίπεδο έδειξε ότι μία τέτοια εξέλιξη δεν είναι απίθανη. Βεβαίως, δεν πρόκειται για μία τακτική κατευνασμού, ούτε να εγκαταλείψουμε την προσπάθεια ανακοπής της τουρκικής στρατιωτικής ισχύος. Ούτε έχει κανείς την ψευδαίσθηση ότι είναι εύκολο να ασκήσεις επίδραση σε μία χώρα με προβληματικό κράτος δικαίου, στην οποία το σύστημα των μέσων ενημέρωσης υποτάσσεται στη βούληση της εξουσίας, και τα κόμματα διεκδικούν ερείσματα με όρους εθνικιστικής πλειοδοσίας.

Το «δίλημμα του φυλακισμένου»

Ωστόσο, η Ελλάδα είναι πλέον σε θέση να προσδιορίσει το «δίλημμα του φυλακισμένου» με όρους που την ευνοούν. Να καταστήσει σαφές ότι η Ελλάδα είναι δύναμη συνεργασίας και ευρωπαϊκής προοπτικής για την Τουρκία. Ότι το όραμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», και οι διεκδικήσεις εις βάρος μας, οδηγούν στην υπονόμευση των πραγματικών δικών τους συμφερόντων είτε σε όρους διπλωματίας, είτε σε όρους αρμονικής συνύπαρξης με τις κυρίαρχες ευρωπαϊκές δυνάμεις και την αμερικανική ηγεμονία, είτε με το βαρύ τίμημα το οποίο θα πληρώσουν εάν δοκιμάσουν την οδό της ένοπλης αναμέτρησης.

Η Ελλάδα δεν πρέπει να γίνει μέσον εκλογικής συσπείρωσης για τα τουρκικά κόμματα, ούτε οι ελληνοτουρκικές διαφορές να εξακολουθήσουν να βρίσκονται ψηλά στην ατζέντα του δημαγωγικού λόγου. Γιατί αυτά τροφοδοτούν την ηγεσία Ερντογάν, ή εκτρέφουν ένα πιθανό διάδοχό του. Για τον σκοπό αυτό, πρέπει να διερευνήσουμε έξυπνους τρόπους δημόσιας διπλωματίας, στοχευμένης ειδικά στην τουρκική κοινή γνώμη, προκειμένου να γίνει κατανοητή η ειρηνική και αμυντική στάση της χώρας μας, και τα άμεσα οφέλη που μπορούν να προκύψουν από τον περιορισμό του αναθεωρητισμού και την προσφυγή στη διεθνή δικαιοδοσία για τις υπαρκτές διαφορές.

*Μάνος Παπάζογλου, Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικών Συστημάτων, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου