Διεθνής Πολιτική

Μαζικές απολύσεις σε τράπεζες, ΔΕΚΟ και ιδιωτικοποιούμενες επιχειρήσεις

Σε ποιούς ανοίγει την πόρτα το ΔΝΤ, επιμένοντας για κατάργηση του πλαφόν. «Καμπανάκι κινδύνου» για δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενους

Ερωτηματικά προκαλεί η επίμονη απαίτηση του ΔΝΤ για απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων, την ώρα που η ανεργία παραμένει στα ύψη και αποτελεί μείζον κοινωνικό πρόβλημα. Εμφανίζεται περίπου ως «δογματική εμμονή» κάποιων εκφραστών νεοφιλελεύθερων απόψεων, αλλά δεν είναι έτσι: Πίσω από τη στάση του ΔΝΤ – την οποία παρασκηνιακά «σιγοντάρουν» στελέχη των ευρωπαϊκών Θεσμών – κρύβονται συμφέροντα, προθέσεις και σχεδιασμοί λίγων μεγάλων ελληνικών επιχειρήσεων, καθώς και πολυεθνικών ομίλων οι οποίοι ενδιαφέρονται να μπουν σε αποκρατικοποιούμενες ΔΕΚΟ.

Στην κοινή γνώμη έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οι εκπρόσωποι των δανειστών επιμένουν από καθαρή «ιδεοληψία» στην άρση των περιορισμών στις ομαδικές απολύσεις, δεδομένου ότι –όπως αναφέρεται συχνά σε σχετικές συζητήσεις και δημοσιεύματα – είναι ελάχιστες πλέον οι επιχειρήσεις με μεγάλο αριθμό εργαζομένων και «πλεονάζον» προσωπικό, οι οποίες θα μπορούσαν να επωφεληθούν.

Οι εκπρόσωποι του ΔΝΤ που επιμένουν εμμονικά στην κατάργηση του πλαφόν απολύσεων, δεν «καίγονται» βέβαια για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις των 20-50 εργαζομένων, οι οποίες θα μπορούσαν να απολύσουν μερικά άτομα χωρίς να συρρικνώσουν τις δραστηριότητες τους.

Περιμένουν πράσινο φως

Οι μεγάλες επιχειρήσεις που περιμένουν την αλλαγή νομοθεσίας για να προχωρήσουν σε δραστική μείωση του προσωπικού τους είναι λίγες – και σε συγκεκριμένους κλάδους: Τράπεζες, τηλεπικοινωνίες, ιδιωτικοποιούμενες εταιρείες του δημόσιου τομέα.

Οι τράπεζες είναι οι πρώτες που θέλουν – και έχουν λόγο – να προχωρήσουν σε δραστικές μειώσεις προσωπικού. Μέχρι στιγμής έχουν αποφύγει τις απολύσεις, αφ’ ενός λόγω των περιορισμών που θέτει η ισχύουσα νομοθεσία, αφ’ ετέρου για κοινωνικούς-οικονομικούς λόγους. Ακόμη και τα προγράμματα εθελουσίας εξόδου που έχουν υλοποιήσει, ήταν σχετικά μικρής έκτασης.

Όμως, μετά τις αθρόες συγχωνεύσεις που έγιναν τα τελευταία χρόνια – οι περισσότερες αναγκαστικές και όχι από στρατηγική επιλογή, οι 5 ελληνικές τράπεζες που έχουν απομείνει έχουν πολύ πλεονάζον προσωπικό. Κατά τις εκτιμήσεις παραγόντων του κλάδου, οι «υπεράριθμοι» είναι περί τις 8.000-10.000.

Επισημαίνουν μάλιστα ότι με την ταχύτατη ανάπτυξη του e-bankink, την αύξηση των online συναλλαγών και την επέκταση της χρήσης πλαστικού χρήματος, «περισσεύουν» όλο και πιο πολλοί τραπεζοϋπάλληλοι.

Προγράμματα εθελουσίας εξόδου

Όπως υποστηρίζουν κορυφαίοι παράγοντες του κλάδου, οι πέντε τράπεζες θα μπορούσαν να λειτουργήσουν εξ ίσου καλά και να προσφέρουν τις ίδιες υπηρεσίες, περιορίζοντας το προσωπικό τους κατά 12.000 άτομα – και κλείνοντας μεγάλο αριθμό καταστημάτων. Η μείωση του μισθολογικού κόστους και των λειτουργικών δαπανών θα συνέβαλε στην αύξηση της κερδοφορίας και θα περιόριζε τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν ακόμη οι τράπεζες.

Από το 2010, στην πρώτη φάση της οικονομικής κρίσης, ο τότε πρόεδρος της Τρ. Πειραιώς Μιχ. Σάλλας, χωρίς να αναφερθεί σε ομαδικές απολύσεις προειδοποιούσε ότι αν δεν γίνουν αλλαγές στα εργασιακά, οι συγχωνεύσεις τραπεζών δεν θα έχουν νόημα διότι δεν θα προκύψει ουσιαστικό όφελος.

Πάντως, ενώ όλες οι τράπεζες έχουν στα πλάνα τους τη μείωση προσωπικού, αν αρθούν τώρα οι περιορισμοί όπως ζητά το ΔΝΤ, δεν πρόκειται να εξαπολύσουν «πογκρόμ» απολύσεων. Θα ξεκινήσουν με προγράμματα εθελουσίας μαζικής εξόδου, τα οποία δεν θα περιλαμβάνουν σημαντικά κίνητρα, αλλά εκτιμάται ότι θα «λειτουργήσουν» υπό το φόβο επαπειλούμενης απόλυσης.

Μαζικές απολύσεις θα ακολουθήσουν σε βάθος χρόνου και θα γίνονται σταδιακά όταν οι συνθήκες στην οικονομία θα έχουν βελτιωθεί, η απασχόληση θα αυξάνεται και οι τράπεζες δεν θα έχουν να αντιμετωπίσουν κοινωνική κατακραυγή για «αναλγησία».

Βιομηχανία και τηλεπικοινωνίες

Στον βιομηχανικό τομέα, πέραν της τσιμεντοβιομηχανίας «ΑΓΕΤ Ηρακλής» η οποία έχει ήδη προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για μαζικές απολύσεις, ελάχιστες είναι οι μεγάλες εταιρείες που έχουν εκδηλώσει σχετική πρόθεση. Εκτιμάται όμως ότι εάν αρθούν οι περιορισμοί, πολλές θα σπεύσουν να εφαρμόσουν προγράμματα εσωτερικής αναδιάρθρωσης που θα περιλαμβάνουν και απολύσεις μικρής κλίμακας.

Ενας άλλος κλάδος όπου – κατά τις εκτιμήσεις στελεχών του – υπάρχει πλεονάζον προσωπικό είναι οι τηλεπικοινωνίες. Εκτός από τις ζημιογόνες εταιρείες που προσπαθούν παντί τρόπω να συμπιέσουν τις δαπάνες τους, μεγάλο αριθμό εργαζομένων θέλουν να «ξεφορτωθούν» και οι κερδοφόρες πολυεθνικές, προκειμένου να βελτιώσουν τα οικονομικά τους αποτελέσματα.

Σύμφωνα με πληροφορίες, αν αρθούν οι περιορισμοί στις απολύσεις, θα κινηθούν όπως οι τράπεζες και θα εφαρμόσουν προγράμματα εθελουσίας εξόδου υπό την απειλή απολύσεων.

Εν αναμονή οι ΔΕΚΟ

Μια άλλη συνολική κατηγορία όπου οι εργαζόμενοι θα βρεθούν μπροστά στον κίνδυνο απολύσεων υπό το πρόσχημα «προγραμμάτων αναδιάρθρωσης», είναι μεγάλες επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας που έχουν αποκρατικοποιηθεί, ή περιλαμβάνονται στη λίστα των ιδιωτικοποιήσεων.

Η άρση των περιορισμών στις απολύσεις θα είναι «καμπανάκι κινδύνου» για τους εργαζόμενους των ΕΛΤΑ, των ΕΛΠΕ και της θυγατρικής «Ελληνικά Καύσιμα», της ΔΕΣΠΑ, των εταιρειών που θα προκύψουν από την κατάτμηση της ΔΕΗ κλπ.

Σε μείωση και «ανανέωση» του προσωπικού θέλει να προχωρήσει επίσης η διοίκηση του ΟΠΑΠ. Στις εταιρείες ύδρευσης-αποχέτευσης (ΕΥΔΑΠ- ΕΥΑΘ) υπάρχει πλεονάζον προσωπικό, αλλά οι διοικήσεις τους προτιμούν αντί απολύσεων να εφαρμόσουν άλλα προγράμματα περιστολής του λειτουργικού κόστους.

Οι ιδιωτικοποιήσεις

Εντονότερες πιέσεις θα ασκηθούν στο προσωπικό εταιρειών οι οποίες θα ιδιωτικοποιηθούν την επόμενη διετία, ή θα αποκτήσουν ιδιωτικό μάνατζμεντ μετά τη μείωση της κρατικής συμμετοχής.

Η μείωση του προσωπικού και η περιστολή του μισθολογικού κόστους είναι ένας από τους όρους που θέτουν οι χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι, ως προϋπόθεση για την επιτυχή έκβαση αυτών των εγχειρημάτων αποκρατικοποίησης.

Το στοιχείο αυτό αποτελεί σημαντική παράμετρο και για τη στάση των εκπροσώπων των δανειστών, οι οποίοι επιμένουν στην απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων – ενώ αντιτίθενται κατηγορηματικά στην επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων.