Επικαιρότητα Ιστορία

Δεν άντεξαν τη γερμανική κατοχή και αυτοκτόνησαν: Οι στρατιωτικοί, ο Μακεδονομάχος, η Πηνελόπη Δέλτα και άλλοι

Προτίμησαν τον θάνατο από την κατοχή: οι τρεις στρατιωτικοί, ο Μακεδονομάχος Ζώης, η μεγάλη συγγραφέας Πηνελόπη Δέλτα, ο Κων/νος Κουκίδης και ανώνυμοι στρατιώτες

Η εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα και η ραγδαία προέλασή τους προκάλεσε συναισθήματα φόβου, ανησυχίας και ανείπωτης θλίψης στους Έλληνες. Παρά την ηρωική αντίσταση του ελληνικού Στρατού και των δυνάμεων της βρετανικής Κοινοπολιτείας, κατά δεύτερο λόγο, οι Γερμανοί στις 27 Απριλίου 1941 έφτασαν στην Αθήνα.

Το Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου (ΤΣΗ) έμεινε αποκλεισμένο, παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειας του Διοικητή του Αντιστράτηγου Ιωάννη Πιτσίκα να του δοθούν διαταγές για συνθηκολόγηση, προκειμένου οι ήρωες του αλβανικού μετώπου να μην αιχμαλωτιστούν από τους φανφαρόνους Ιταλούς. Η αυτοκτονία (;) του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κορυζή έκανε ακόμα πιο δραματική την κατάσταση. Η συνθηκολόγηση Τσολάκογλου επέτρεψε τελικά στους άνδρες του ΤΣΗ να επιστρέψουν με τα πόδια στα σπίτια τους.

Οι περισσότεροι βέβαια, γιατί κάποιοι, όπως αυτοί της Μεραρχίας Κρητών έφτασαν μετά από μήνες στη Μεγαλόνησο. Αν βρίσκονταν εκεί τον Μάιο του 1941, ίσως η Κρήτη δεν θα είχε καταληφθεί ποτέ. Αυτό βέβαια είναι ένα άλλο θέμα που θα εξετάσουμε τον επόμενο μήνα. Υπήρξαν κάποιοι όμως που δεν άντεξαν να δουν τη χώρα τους σκλαβωμένη και προτίμησαν να δώσουν τέλος στη ζωή τους. Θα αναφέρουμε τις γνωστότερες από αυτές περιπτώσεις, χωρίς να σημαίνει ότι ήταν οι μοναδικές.

Δεν άντεξαν τη γερμανική κατοχή και αυτοκτόνησαν: Οι στρατιωτικοί, ο Μακεδονομάχος, η Πηνελόπη Δέλτα και άλλοι
Ελληνικό Πυροβολικό, 1940-41.

Ιωάννης Ζήσης (Υποστράτηγος)

Ο Ιωάννης Ζήσης γεννήθηκε το 1881 στη Μάκρη Φθιώτιδας. Το 1941 ήταν Υποστράτηγος και Διοικητής της Ταξιαρχίας του Έβρου που κάλυπτε το τμήμα των οχυρών από τη Βιστωνίδα μέχρι τον ποταμό Έβρο. Στις 7 Απριλίου 1941, τα ελληνικά τμήματα που διοικούσε ο Ζήσης για να αποφύγουν την αιχμαλωσία πέρασαν τον ποταμό Έβρο και μπήκαν σε τουρκικό έδαφος.

Ένα μόνο μέρος τους, αφού συμπτύχθηκε στη Μάκρη της Αλεξανδρούπολης προωθήθηκε στο εσωτερικό της χώρας. Όταν τα ελληνικά στρατεύματα μπήκαν σε τουρκικό έδαφος αφοπλίστηκαν, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, από τους Τούρκους οι οποίοι ανακοίνωσαν στον Ζήση ότι θα παρέμεναν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ως το τέλος του πολέμου. Ο Ζήσης αιφνιδιάστηκε.

Είχε σώσει την Ταξιαρχία του από την αιχμαλωσία των Γερμανών, αλλά πλέον οι άνδρες του θα ήταν αιχμάλωτοι των Τούρκων. Θεωρώντας ταπεινωτική αυτή την εξέλιξη, απομονώθηκε και αυτοκτόνησε με το υπηρεσιακό του περίστροφο (Ύψαλα Ανατολικής Θράκης, 9 Απριλίου 1941). Το όνομά του δόθηκε σε στρατόπεδο της Αλεξανδρούπολης («Στρατόπεδο Ιωάννη Ζήση»).

Δεν άντεξαν τη γερμανική κατοχή και αυτοκτόνησαν: Οι στρατιωτικοί, ο Μακεδονομάχος, η Πηνελόπη Δέλτα και άλλοι
Ιωάννης Ζήσης.

Κωνσταντίνος Βερσής (Ταγματάρχης)

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1901. Εντάχθηκε στον Στρατό ως Ανθυπολοχαγός Πυροβολικού το 1921. Πήρε μέρος στη Μικρασιατική Εκστρατεία και διακρίθηκε στο πεδίο της μάχης αρκετές φορές. Τον Οκτώβριο του 1940 υπηρετούσε στην Ήπειρο ως Διοικητής Μοίρας του Ε’ Συντάγματος Πυροβολικού, της θρυλικής 8ης Μεραρχίας Ηπείρου (νυν Μηχανοποιημένης Ταξιαρχίας…). Έλαβε μέρος σε σκληρές μάχες στη γραμμή Ελαίας – Καλαμά.

Η Μοίρα του προκάλεσε σημαντικά πλήγματα στους Ιταλούς. Ακολούθως συμμετείχε στις επιχειρήσεις στη Βόρεια Ήπειρο. Τον Απρίλιο του 1941, μετά τη συνθηκολόγηση Τσολάκογλου, οι Έλληνες υποχρεώθηκαν να παραδώσουν τον οπλισμό τους ως τις 26 Απριλίου 1941. Φτάνοντας με τη Μοίρα του στη Ραψίστα (τη σημερινή Πεδινή) των Ιωαννίνων, στο 7ο χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού Ιωαννίνων, ο Βερσής μη αποδεχόμενος τους ταπεινωτικούς όρους, και θεωρώντας την παράδοση των όπλων ως τον έσχατο εξευτελισμό για τον μαχητή, ως ύστατη πράξη ηρωισμού, διέταξε στις 23 Απριλίου τους άνδρες του να συγκεντρώσουν τα πυροβόλα της Μοίρας και να τραγουδήσουν τον Εθνικό Ύμνο στραμμένοι προς νότο, προς την υπόλοιπη Ελλάδα.

Αφού χαιρέτησε στρατιωτικά τα πυροβόλα, διέταξε να τα καταστρέψουν, ενώ κατά τη διάρκεια των εκρήξεων αυτοκτόνησε.

Δεν άντεξαν τη γερμανική κατοχή και αυτοκτόνησαν: Οι στρατιωτικοί, ο Μακεδονομάχος, η Πηνελόπη Δέλτα και άλλοι
Κωνσταντίνος Βερσής.

Όπως γράφει ο Άγγελος Τερζάκης: «Κατά το μεσημέρι, την ώρα που παραδίδονταν στους Γερμανούς τα πυροβόλα, αυτοκτόνησε ο ταγματάρχης Βερσής και δύο λοχίες. Είχανε κρατήσει τον όρκο πως ο πυροβολητής πεθαίνει πάνω στο πυροβόλο του, αλλά. δεν το εγκαταλείπει». Την ιστορία του Βερσή αφηγήθηκε στον Τερζάκη ο φίλος του Μάνος Κατράκης, που υπηρέτησε υπό τις διαταγές του γενναίου Ταγματάρχη. Από την αφήγηση του Τερζάκη μαθαίνουμε ότι και δύο λοχίες αυτοκτόνησαν μαζί με τον Βερσή. Δυστυχώς δεν διασώζονται τα επίθετά τους. Το Στρατόπεδο της Άρτας έλαβε το όνομα του Κωνσταντίνου Βερσή. Τιμώντας τη μνήμη του Βερσή, το ΥΠΕΘΑ πριν λίγους μήνες έβαλε λουκέτο στο Στρατόπεδο…

Γρηγόριος Χονδρός (Αντισυνταγματάρχης)

Ο έφεδρος ο Αν/χης (ΠΖ) Γρηγόριος Χονδρός, γεννημένος το 1894 στο Μεσολόγγι ήταν το 1941, Διοικητής του 88ου Συντάγματος Πεζικού και έλαβε διαταγή να αμυνθεί στην διάβαση Βεύης. Το 1ο Τάγμα του Συντάγματος που αμυνόταν στο Κέντρο Αντιστάσεως (ΚΑ) Ράδοσι υποχώρησε ατάκτως, μετά την επίθεση του εχθρού.

Ο Διοικητής του Τάγματος έφεδρος Ταγματάρχης (ΠΖ) Παναγιώτης Δραγουμάνος τραυματίστηκε προσπαθώντας να συγκρατήσει τους άνδρες του. Την 18:00 της 12ης Απριλίου 1941, ο Αν/χης (ΠΖ) Γρηγόριος Χονδρός ηγήθηκε της επίθεσης για την ανακατάληψη του υψώματος Μάλα Ρέκα, ακολουθούμενος από ελάχιστους άνδρες. Ο γενναίος αξιωματικός σταμάτησε όταν τραυματίστηκε θανάσιμα από τα γερμανικά πυρά και εξέπνευσε προ των εχθρικών θέσεων.

Δεν άντεξαν τη γερμανική κατοχή και αυτοκτόνησαν: Οι στρατιωτικοί, ο Μακεδονομάχος, η Πηνελόπη Δέλτα και άλλοι
Γρηγόριος Χονδρός.

Από τους 350 άνδρες του Τάγματος, 11 φονεύθηκαν, 18 τραυματίστηκαν, 96 αιχμαλωτίστηκαν, ενώ οι υπόλοιποι εγκατέλειψαν τις θέσεις τους. Το Α΄ Σώμα Στρατού ανήγειρε μνημείο στην τοποθεσία που έπεσε μαχόμενος ο Αν/χης (ΠΖ) Γρηγόριος Χονδρός. Η πιθανότερη εκδοχή όμως είναι ότι ο Χονδρός αυτοκτόνησε. Αυτό αναφέρει, εκτός από διαδικτυακές πηγές και ο Νικόλαος Π. Σοϊλεντάκης στο βιβλίο του «Η ΑΦΕΛΗΣ ΕΛΛΑΣ», Εκδόσεις ΑΡΜΟΣ. Ίσως να ήταν βαριά τραυματισμένος και δεν θέλησε να πέσει στα χέρια των Γερμανών ή βλέποντας το αδιέξοδο έδωσε τέλος στη ζωή του.

Αντώνιος Ζώης (Μακεδονομάχος)

Ο Αντώνιος Ζώης γεννήθηκε το 1869 στο Μοναστήρι (σήμερα Μπίτολα της «Βόρειας Μακεδονίας»). Έλαβε μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα από το 1904 οργανώνοντας ένοπλα σώματα Ελλήνων για την αντιμετώπιση των Βούλγαρων κομιτατζήδων Από τον Απρίλιο του 1905 συνεργάστηκε με τον αξιωματικό Χρήστο Τσολακόπουλο ή «Ρέμπελο» και τον αντικαταστάτη του Δημήτριο Βαρδή. Το 1906 τραυματίστηκε και αναγκάστηκε να καταφύγει στην Αθήνα προκειμένου να νοσηλευτεί.

Τον Ιούλιο του 1906 επανήλθε στη Μακεδονία, συνεργαζόμενος με τον οπλαρχηγό Λάζαρο Βαρζή «Ζαρκάδα» από τη Γαλατινή Κοζάνης. Στη συνέχεια συνεργάστηκε με τον αξιωματικό Βασίλειο Παπά «Βρόντα» και τον αντικαταστάτη του Δημήτριο Παπαβιέρο «Γκούρα» έως το 1908. Μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων του ανατέθηκε η παρακολούθηση Τούρκων και Βουλγάρων στην περιφέρεια του Μοναστηρίου λόγω των κρίσιμων και περίεργων συνθηκών που επικρατούσαν.

Όταν διαπιστώθηκε ότι οι Νεότουρκοι σχεδίαζαν τη δολοφονία του, φυγαδεύτηκε στις ΗΠΑ και επανήλθε στις παραμονές του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου. Συμμετείχε με εθελοντικό σώμα στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Ο Αντώνιος Ζώης τον Οκτώβριο του 1912 απελευθέρωσε το Μορίχοβο από τους Τούρκους και ύψωσε την ελληνική σημαία δηλώνοντας ότι το απελευθερώνει εν ονόματι του Βασιλέως Γεωργίου. Τελικά μετά τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, η περιοχή πέρασε στο Βασίλειο της Σερβίας.

Δεν άντεξαν τη γερμανική κατοχή και αυτοκτόνησαν: Οι στρατιωτικοί, ο Μακεδονομάχος, η Πηνελόπη Δέλτα και άλλοι
Ο Μακεδονομάχος Αντώνης Ζώης που αυτοκτόνησε στις 12 Απριλίου 1941, μην αντέχοντας να βλέπει τους Γερμανούς στην Ελλάδα

Μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων εγκαταστάθηκε στη Φλώρινα, στην οδό Ηράκλειας. Το 1940, ο Ζώης που εργάστηκε ως παιδονόμος εγκαταστάθηκε στο χωριό Φλάμπουρο της Φλώρινας, καθώς η μακεδονική πόλη βομβαρδιζόταν συχνά από την ιταλική αεροπορία. Όταν είδε να καταλαμβάνεται η Φλώρινα από τους Γερμανούς είπε: «Και τώρα θα’ ρθουν και οι Βούλγαροι». Με το όπλο που είχε πολεμήσει το 1912-13 έδωσε τέλος στη ζωή του. Ο Ζώης είχε τρεις γιους. Ο ένας σκοτώθηκε στο αλβανικό μέτωπο και άλλοι δύο εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς (Γ. Μόδης, «Ο Μακεδονικός Αγών και η νεώτερη Μακεδονική Ιστορία», 2η έκδοση, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 2007, σελ. 307 κ.ο.κ.).

Οι ανώνυμοι που έδωσαν τέλος στη ζωή τους στα οχυρά

Στα οχυρά της «Γραμμής Μεταξά» δόθηκαν σκληρές μάχες. Όπως αναφέρει σε δύο βιβλία του ο Νικόλαος Π. Σοϊλεντάκης («Η ΑΦΕΛΗΣ ΕΛΛΑΣ» και «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΘΡΑΚΙΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ») στα οχυρά «μαρτυρείται ότι αυτοκτόνησαν ένας δάσκαλος και ένα χωριατόπαιδο». Δυστυχώς, όπως και για τους Λοχίες του Βερσή δεν γνωρίζουμε τα επώνυμά τους…

Πηνελόπη Δέλτα (συγγραφέας)

Για τη μεγάλη συγγραφέα Πηνελόπη Δέλτα (1879-1941), δεν χρειάζονται περισσότερες πληροφορίες. Θα αναφερθούμε μόνο στο τραγικό της τέλος, καθώς τη μέρα που οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα (27 Απριλίου 1941) πήρε δηλητήριο, για να δώσει τέλος στη ζωή της. Βέβαια η κατάσταση της υγείας της «Κυρίας με τα μαύρα» ήταν πολύ άσχημη.

Έπασχε από σκλήρυνση κατά πλάκας και βαριά κατάθλιψη, μετά από την άνανδρη δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη (1878-1920), με τον οποίο ήταν πολύ ερωτευμένη. Η είσοδος των ναζί στην Αθήνα ήταν το τελειωτικό χτύπημα γι’ αυτή. Πήρε δηλητήριο και πέθανε λίγες μέρες αργότερα (2 Μαΐου 1941). Το έντονο πατριωτικό της αίσθημα την οδήγησε στην άρνηση να δεχθεί την κατοχή. Τάφηκε στον κήπο του σπιτιού της και πάνω του γράφτηκε, όπως είχε ζητήσει η ίδια, η λέξη «ΣΙΩΠΗ».

Δεν άντεξαν τη γερμανική κατοχή και αυτοκτόνησαν: Οι στρατιωτικοί, ο Μακεδονομάχος, η Πηνελόπη Δέλτα και άλλοι
Πηνελόπη Δέλτα

Κωνσταντίνος Κουκίδης (Εύζωνας ή μέλος της ΕΟΝ)

Πιο πολυσυζητημένη απ’ όλες τις περιπτώσεις είναι αυτή του Κωνσταντίνου Κουκίδη. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της ιστορίας του, ο Κουκίδης ήταν εύζωνας ή μέλος της ΕΟΝ, φρουρός της ελληνικής σημαίας στην Ακρόπολη στις 27/4/1941.

Όταν ανέβηκαν στον Ιερό Βράχο οι Γερμανοί για να υψώσουν τη σβάστικα, ο Κουκίδης αρνήθηκε να παραδώσει τη γαλανόλευκη. Τυλίχτηκε μ’ αυτή και έπεσε από την Ακρόπολη. Η πρώτη αναφορά για το γεγονός έγινε στις 9 Μαΐου 1941 από την εφημερίδα «Daily Mail». Αναφορά έκαναν ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος και ο ιστορικός Νίκολας Χάμοντ (1972), που τότε υπηρετούσε στη SOE στην Αθήνα.

Το 1982 επανέφεραν το θέμα οι συγγραφείς Κώστας Χατζηπατέρας και Μαρία Φαφαλιού. Ακολούθησαν οι: Κωνσταντίνος Πλεύρης, Τάσος Κοντογιαννίδης, Γιώργος Μαλούχος κ.ά.

Δεν άντεξαν τη γερμανική κατοχή και αυτοκτόνησαν: Οι στρατιωτικοί, ο Μακεδονομάχος, η Πηνελόπη Δέλτα και άλλοι
Κωνσταντίνος Κουκίδης

Το λεύκωμα του ΚΚΕ «Έπεσαν για τη ζωή» (1994) επιβεβαιώνει τη θυσία του Κουκίδη. Το ίδιο και το στέλεχος της Εθνικής Αντίστασης Σπύρος Μήλας, φίλος του Κουκίδη. Σε συνέντευξή του το 2000, ο Μήλας ανέφερε λεπτομέρειες για τον Κουκίδη δίνοντας όμως κάποια διαφορετικά στοιχεία γι’ αυτόν. Υπάρχουν βέβαια και κάποια που αμφισβητούν το γεγονός, όπως ο διαπρεπής ιστορικός Χάγκεν Φλάισερ, ενώ, το 2000, ο τότε επικεφαλής της ΔΙΣ/ΓΕΣ Αντιστράτηγος Αντώνης Κακουδάκης είπε ότι στα αρχεία των ΕΔ και του Δημοσίου δεν βρέθηκαν στοιχεία για τον Κουκίδη. Το 2000, ο Δημήτρης Αβραμόπουλος, Δήμαρχος Αθήνας τότε, τοποθέτησε αναμνηστική πλάκα για τον Κουκίδη στην οδό Θρασύλλου στην Πλάκα αν και, όπως είπε δεν υπάρχουν επιστημονικές αποδείξεις που να επιβεβαιώνουν την ιστορία. Στις 10/5/2017 είχαμε γράψει ένα άρθρο για τον Κουκίδη. Παραθέτουμε ένα απόσπασμα του: «Την πτώση του Κουκίδη από τον Ιερό Βράχο είδαν αρκετοί αυτόπτες μάρτυρες, που έσπευσαν στο σημείο που είχε πέσει. Σύμφωνα με τον αντιστασιακό ερευνητή Κ. Κωστόπουλο, το άψυχο σώμα του Κουκίδη βρέθηκε στην οδό Θρασύλλου στην Πλάκα. Ήταν πολτοποιημένο και η στολή του κομματιασμένη. Πάνω του δεν βρέθηκε ταυτότητα ή κάποιο άλλο στοιχείο που να γράφει ποιος είναι, παρά μόνο ένα ταχυδρομικό δελτάριο με το όνομα του παραλήπτη του: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΥΚΙΔΗΣ.

Ο Κώστας Κωστόπουλος, πριν λίγα χρόνια βρήκε έναν ηλικιωμένο τσαγκάρη, ο πατέρας του οποίου το 1941 ήταν παγοπώλης. Αυτός με ένα φίλο του έβαλαν τον νεκρό Κουκίδη, τυλιγμένο με τη γαλανόλευκη και σκεπασμένο με μια κουβέρτα, σε ένα καρότσι που χρησιμοποιούσε για τη μεταφορά του πάγου. Τον μετέφεραν στο Α’ Νεκροταφείο, όπου και τάφηκε. Αυτή ήταν η διήγηση του ηλικιωμένου τσαγκάρη στον Κ. Κωστόπουλο».

Αν υπάρξει ενδιαφέρον από τους αναγνώστες μας, θα ασχοληθούμε εκ νέου με το θέμα, καθώς παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αναζητώντας πρόσθετα στοιχεία…